Οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 αναδιοργανώνονται και παράλληλα εξοπλίζονται με νέα υπερσύγχρονα οπλικά συστήματα. Οι εμπειρίες από τον πόλεμο της Γεωργίας το 2008 συνετέλεσαν σε μεγάλο βαθμό σε αυτή την αναδιοργάνωση, ταυτόχρονα δε ελήφθησαν υπόψη οι νέες γεωστρατηγικές προκλήσεις και τα γεωπολιτικά ενδιαφέροντα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Η Μόσχα έχει ανακοινώσει ότι το εξοπλιστικό πρόγραμμα της δεκαετίας 2010-2020 θα έχει κόστος 20 τρισεκατομμυρίων ρουβλίων.

Ο πρόεδρος της Ρωσίας Πούτιν απευθυνόμενος τον πρόσφατο Δεκέμβριο σε στελέχη της αμυντικής βιομηχανίας της χώρας του ανακοίνωσε την συνέχιση της αναδιοργάνωσης των ενόπλων δυνάμεων σε μικρές και ευέλικτες μονάδες, ενώ τόνισε ότι η ανάπτυξη νέων και σύγχρονων οπλικών συστημάτων είναι άμεσης προτεραιότητας. Επίσης διευκρίνισε ότι ο πόλεμος στην Συρία κατά των τζιχαντιστών είναι μια καλή ευκαιρία για να δοκιμαστούν τα νέα οπλικά συστήματα της πολεμικής βιομηχανίας.

Τόνισε χαρακτηριστικά: «Οι επιχειρήσεις της πολεμικής μας αεροπορίας και των διαστημικών μας δυνάμεων στην Συρία είναι ο καλύτερος τρόπος για να ελεγχθεί η μαχητική ετοιμότητα των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων και τούτο δεν αποτελεί απαραίτητα υψηλό κόστος για τον προϋπολογισμό του κράτους». Ο αντιπρόεδρος της Ρωσίας Ρογκόζιν και υπεύθυνος της αμυντικής βιομηχανίας σχετικά με το θέμα εξοπλισμών δήλωσε τα ακόλουθα: «Θέλουμε με τα σύγχρονα οπλικά μας συστήματα να φέρουμε σε δύσκολη θέση τους αντιπάλους μας. Αναφέρομαι σε σύγχρονα αεροσκάφη, στην κατασκευή νέων στρατηγικών πυραυλικών συστημάτων και στην δημιουργία ενός μεγάλου και σύγχρονου στόλου».

Στα οπλικά συστήματα που δοκιμάζονται στην Συρία ανήκουν οι πύραυλοι cruise Kalibr, οι οποίοι εκτοξεύονται από πολεμικά πλοία στην Κασπία Θάλασσα και από την Μεσόγειο, όπως και οι πύραυλοι αέρος-εδάφους cruise Raduga Kh-101. Ο Raduga Kh-101 στην συμβατική του έκδοση (υπάρχει και η πυρηνική, Raduga Kh-102) είναι ένας πύραυλος cruise μεγάλης εμβέλειας και χαμηλής παρατηρησιμότητας (stealth). Ήδη έχει δοκιμαστεί στην Συρία εκτοξευθείς από υπερηχητικά βομβαρδιστικά Tu-160 εναντίον στόχων του Ισλαμικού Κράτους. Η εμβέλεια του αγγίζει τα 5.000 χλμ (η νεότερη του έκδοση τα 10.000 χλμ) και φέρει εκρηκτική κεφαλή 400 κιλών, ενώ κινείται με ταχύτητα 0.77 Mach (943 χλμ/ώρα). Στον τομέα των διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις ήδη έχουν θέσει σε υπηρεσία τον πύραυλο στερεών καυσίμων Rubezh, ενώ έως το 2019 θα τεθεί σε υπηρεσία το αυτοκινούμενο σε σιδηροτροχιές πυραυλικό σύστημα Barguzin που θα φέρει τους πυραύλους Jars. Στο τέλος της δεκαετίας θα τεθεί σε ετοιμότητα και ο βαλλιστικός πύραυλος πολλαπλών κεφαλών Sarmat ο οποίος θα αντικαταστήσει τους διηπειρωτικούς πυραύλους RS-20 (κωδικός ΝΑΤΟ Satan).

Το πολεμικό ναυτικό της Ρωσίας το 2016 θα παραλάβει το 8ο και τελευταίο πυρηνικό υποβρύχιο της κλάσης Borei, καθώς και 6 συμβατικά υποβρύχια της κλάσης Warschawjanka, ενώ ήδη βρίσκονται υπό κατασκευή στα κρατικά ναυπηγεία πυραυλοφόρες φρεγάτες και άλλα πλοία επιφανείας.

Η πολεμική αεροπορία εκσυγχρονίζει τα μακράς ακτίνας δράσης υπερηχητικά βομβαρδιστικά Tu-160 (κατά ΝΑΤΟ Blackjack) και ήδη βρίσκεται σε στάδιο δοκιμών το πολλαπλών χρήσεων μαχητικό T-50 stealth. Το 2018 θα τεθεί σε υπηρεσία το νέο μαχητικό Mig-35 και το μαχητικό-μεταφορικό ελικόπτερο Ka-62 αρκτικών συνθηκών. Τα αντιαεροπορικά-αντιβαλλιστικά συστήματα S-400 Triumph ήδη έχουν τεθεί σε υπηρεσία, παράλληλα δοκιμάζεται το  S-500 που είναι ένα υπερσύγχρονο αμυντικό σύστημα αναχαίτισης διηπειρωτικών και υπερ-υπερηχητικών πυραύλων.

Ο στρατός ξηράς αρχίζει να παραλαμβάνει το νέο υπερσύγχρονο άρμα Armata-14, παράλληλα εκσυγχρονίζεται με νέα φορητά όπλα μικρού και μεσαίου διαμετρήματος και με «έξυπνα» πυρομαχικά.

Το εξοπλιστικό πρόγραμμα των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων χρηματοδοτείται κυρίως από τα έσοδα των εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Πολλοί στρατιωτικοί αναλυτές εξέφρασαν την άποψη ότι λόγω της συρρίκνωσης των διεθνών τιμών των υδρογονανθράκων, η Ρωσία θα αναγκαζόταν να περιορίσει την παραγωγή των αποφασισθέντων εξοπλιστικών της σχεδίων ή ότι θα υπήρχε τουλάχιστον μια χρονική καθυστέρηση. Κάτι τέτοιο όμως δεν διαφαίνεται, ούτε ισχύει αφού το εξοπλιστικό πρόγραμμα κοστολογείται με ρούβλια και η παραγωγή-κατασκευή όλων των οπλικών συστημάτων πραγματοποιείται σε ρωσικά κρατικά κυρίως εργοστάσια.

Το εξοπλιστικό πρόγραμμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας θα οδηγήσει σε μια άνευ προηγουμένου αύξηση της μαχητικότητας των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων, τόσο στον συμβατικό όσο και στον πυρηνικό τομέα, κάτι που προβληματίζει το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ εν όψει του άρξαντος νέου Ψυχρού Πολέμου και των γεωπολιτικών συσχετισμών.

Γ. Λιναρδής