Ένας από τους Τρείς Ιεράρχες ο Μέγας Βασίλειος, μεγάλος Πατέρας και Οικουμενικός διδάσκαλος, τιμάται ιδιαίτερα από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Δυό φορές το χρόνο (1 και 30 Ιανουαρίου) εορτάζεται η μνήμη του και δέκα φορές τελείται η Λειτουργία του. Γιά την Εκκλησία είναι μέγας και ουρανοφάντωρ.

Η τελευταία προσωνυμία οφείλεται σ’ αυτά που πρόσφερε με το πνεύμα του και τη ζωή του. Είναι δηλαδή αυτός που αποκάλυψε, φανέρωσε τα ουράνια. Με τα γραπτά του και τη διδασκαλία του θεολόγησε βαθιά φανερώνοντας στους ανθρώπους τα μυστήρια του ουρανού: αυτό της Αγίας Τριάδος και εκείνο της Θείας Οικονομίας, πως δηλαδή ο Θεός οικονόμησε, σχεδίασε και πραγματοποίησε τη σωτηρία των ανθρώπων.   Πρόσφερε ακόμη πολλά και με τη ζωή του. Ήταν υπόδειγμα πιστού κληρικού, λειτουργού της Εκκλησίας. Έλαμψε ως τον ουρανό και «η λαμπρότης του εις ύψος φαίνεται». Σ’ όλους ο Μέγας Βασίλειος ήταν νόμος και κανόνας αρετής· ο λόγος του ήταν ζωή. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος που λέει τα τελευταία αυτά προσθέτει; «Ομορφιά του Βασιλείου ήταν η αρετή·της μεγαλοσύνης του, η θεολογία· πορεία του, το αεικίνητο που τον έφερνε με τις αναβάσεις του στοχασμού του ως τον Θεό. Καί δύναμή του ήταν η σπορά και διάδοση του λόγου του Θεού. Γι’ αυτό εγώ τουλάχιστον δεν θα δίσταζα να πω τούτο: σ’ όλη τη γη απλώθηκε η φωνή του και στα πέρατα της οικουμένης ακούστηκαν τα δυνατά λόγια του» (Επιτάφιος… 66. ΕΠΕ 6,242). Είναι ο θεολόγος του μέτρου και της Ορθοδοξίας, όπως εύστοχα παρατήρησε ένας βιογράφος του.   Αυτά ακριβώς λέει και το Απολυτίκιο του Αγίου: «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου, ως δεξαμένην τον λόγον σου· δι’ ου (=μ’ αυτόν) θεοπρεπώς εδογμάτισας, την φύσιν των όντων ετράνωσας (= φανέρωσες τα μυστικά τους), τα των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας. Βασίλειον ιεράτευμα, Πάτερ όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος».   Τα χαρίσματα αυτά τα απόλαυσαν όλοι οι άνθρωποι γιατί, όπως λέει ο στίχος του Συναξαρίου, «ζη και παρ’ ημίν, ως λαλών εκ των βιβλίων» του. Είναι ο «βασίλειος κόσμος (=ομορφιά) της Εκκλησίας», «χαράκωμά της και τείχος οχυρόν». Είναι αυτός που οικειοποιήθηκε «πάντων των αγίων τας αρετάς» και γι’ αυτό πρέπει όλοι μας «να μιμηθούμε την πίστιν, την ζέσιν (=ζήλο), την ταπείνωσίν» του (από τα τροπάρια της 1ης Ιανουαρίου).   Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει:   «Ο δε Μέγας Βασίλειος ήτο κατά την θέσιν και το ανάστημα του σώματος πολλά μακρύς, ξηρός και ολιγόσαρκος, μαύρος ομού και ωχρός κατά το χρώμα, μακρομύτης, είχε τα οφρύδια στρογγυλά, το δε δέρμα το επάνω των οφρυδίων, συμμαζωμένον, εφαίνετο όμοιος με άνθρωπον συλλογιζόμενον και προσέχοντα τον εαυτόν του. Είχε το πρόσωπον ζαρωμένον με ολίγας χαραγάς (=χαραγματιές, ρυτίδες), είχε τας παρειάς μακράς και τους μήνιγγας (=κροτάφους) δασείς από τρίχας συνεστραμμένας και κυκλοειδείς. Εφαίνετο εις την επιφάνειαν, ότι είχεν ολίγον κουρευμένας τας τρίχας· το γένειον είχε μακρόν αρκετά, και τας τρίχας μαύρας ομού και λευκάς» (Συναξαριστής, τομ. Α’, σ. 429).   Είχε δίκιο λοιπόν ο φίλος του Γρηγόριος ο Θεολόγος που γράφει πως ο Άγιός μας είχε λιώσει τη σάρκα του από την εγκράτεια σε βαθμό που φαινόταν σχεδόν άσαρκος γιατί ήταν ολιγοδίαιτος. Καί προσθέτει: «Τόσο μεγάλη ήταν η αρετή του άνδρα και το πλεόνασμα της δόξας του, ώστε πολλές μικρές αρετές του, ακόμη δε και μερικά σωματικά του ελαττώματα, μερικοί σκέφτηκαν πως θα τους έφερναν δόξα αν τα μιμούνταν. Εννοώ την ωχρότητά του, τη γενειάδα του, τον τρόπο που βάδιζε, το ότι δεν μιλούσε πρόχειρα και απρόσεκτα, αλλά συχνά ύστερα από σκέψη και βαθιά εξέταση του πράγματος» (οπ.π. 260-262).   Σε τούτο το κολοσσιαίο έργο αναλώθηκε ο Βασίλειος. Σκοπός του να ανεβάσει το νού και την ψυχή τη δική του και των άλλων στην κατανόηση των μεγάλων αληθειών του χριστιανισμού, κατανόηση που θα τη συνοδεύει και θα την ολοκληρώνει το ομόλογο ζήσιμο…»   ΠΗΓΗ