Υπάρχουν κάποιες φυσιογνωμίες στην παγκόσμια ιστορία που το έργο τους είναι τόσο μεγαλειώδες, τόσο σημαντικό, τόσο διαχρονικό που χωρίς να αναλυθεί καν, χαράσσεται στο υποσυνείδητο μας. Όταν μιλάς γι’ αυτούς διακατέχεσαι από ένα περίεργο αίσθημα δέους, υπερηφάνειας, συγκίνησης και θαυμασμού. Είναι οι άνθρωποι των οποίων οι πράξεις ξεπερνούν τα όρια του δυνατού, κάνοντας την υπέρβαση που θα τους δώσει την θέση που τους αρμόζει στο πάνθεον των Ηρώων. Ένας τέτοιος πρότυπο ήρωα ήταν ο Γέρος του Μοριά.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είναι ίσως η σημαντικότερη στρατιωτική και πολιτική φυσιογνωμία της Επανάστασης του 1821, ονομάστηκε έτσι, όχι για την ηλικία του αλλά για την ευφυΐα, την τόλμη, τη σύνεσή του, αλλά και για τη βαρύτητα του λόγου του, που τον διακατείχαν από νέο. Γεννήθηκε στο Ραμαβούνι της Μεσσηνίας στις 3 Απριλίου 1770, με καταγωγή από το χωριό Λιμποβίσι της Αρκαδίας. Η οικογένειά του ανέδειξε πολλούς γενναίους κλεφταρματολούς-αγωνιστές αφού μέχρι την έναρξη της Επανάστασης περίπου εβδομήντα Κολοκοτρωναίοι είχαν βρει το θάνατο στον αγώνα κατά των Τούρκων.

Σε ηλικία 15 χρονών ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ορφανός πλέον από πατέρα, βγήκε κλεφταρματωλός στα βουνά. Το 1790 και σε ηλικία 20 χρονών παντρεύτηκε ενώ έκανε και πολλούς γιούς, που ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα τους γράψανε τα ονόματά τους στο πάνθεο των Ελλήνων ηρώων. Στο μεταξύ ο Γέρος του Μοριά εντάχτηκε στα σώματα των κλεφτών της Πελοποννήσου όπου γρήγορα διακρίθηκε και έγινε πρωτοπαλίκαρο. Στη συνέχεια συγκρότησε δικό του σώμα αναπτύσσοντας πλούσια δράση.

Μετά τους μεγάλους διωγμούς που εξαπέλυσαν οι Τούρκοι κατά της κλεφτουριάς κατέφυγε το 1810 στη Ζάκυνθο, όπου έμεινε με την οικογένειά του και υπηρέτησε στον αγγλικό στρατό ως ταγματάρχης σε Σύνταγμα Ελλήνων εθελοντών. Η θητεία αυτή του δίδαξε πολλά για την στρατιωτική τέχνη, τα οποία και εφάρμοσε αργότερα στην Ελληνική παλιγγενεσία. Το 1818 εισχώρησε στη Φιλική Εταιρεία και διετέλεσε απεσταλμένος της στην Μάνη. Στις 23 Μαρτίου μαζί με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη σήκωσε τη σημαία της Επανάστασης στην Καλαμάτα την οποία απελευθέρωσε ως επικεφαλής.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πρωταγωνίστησε σε πολλές κρίσιμες καμπές του Αγώνα. Χαρακτηριστικά της τεράστιας του προσφοράς ήταν η νίκη στο Βαλτέτσι το Μάιο 1821 που αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη νίκη που έσφιξε τον κλοιό της πολιορκίας της Τρίπολης. Η άλωση της Τριπολιτσάς τον Σεπτέμβριο του 1821, ήταν η πρώτη μεγάλη επιτυχία του απελευθερωτικού αγώνα και παγίωσε τη θέση των Ελλήνων. Ενώ η καταστροφή της στρατιάς των 30.000 ανδρών του Δράμαλη στα Δερβενάκια, τον Ιούλιο του 1822, εδραίωσε την επανάσταση στην Πελοπόννησο. Στην τεράστια αυτή νίκη πρυτάνευσαν η ευφυΐα, η διορατικότητα και η τόλμη του στρατηγικού μυαλού του Κολοκοτρώνη. Οι επιτυχίες αυτές έμελλαν να τον αναδείξουν στη συνέχεια σε αρχιστράτηγο της Πελοποννήσου.

Αφού οι αγώνες του Έθνους έβαιναν επιτυχώς, η μαύρη κατάρα του Ελληνισμού έμελλε να κάνει την εμφάνισή της. Οι εμφύλιες διαμάχες μεταξύ των καθοδηγούμενων, καρεκλοκενταύρων πολιτικών και των στρατηγών έγιναν πολύ έντονες, αφού οι πολιτικοί ήθελαν να πάρουν όλη την δόξα και την αίγλη του αγώνα. Στη δύσκολη περίοδο της Εμφύλιας διαμάχης ο Κολοκοτρώνης πολλές φορές προσπάθησε να αμβλύνει τις αντιθέσεις, μακριά από προσωπικές φιλοδοξίες και έχοντας πάντα σαν κεντρική του επιδίωξη την Εθνική ενότητα. Παρ’ όλα αυτά όμως έγινε στόχος μεθοδεύσεων και ραδιουργιών από την πλευρά μερικών κοτζαμπάσηδων και πολιτικών, με αποτέλεσμα τελικά να μην αποφύγει τις διώξεις και τη φυλάκιση.

Τα γεγονότα αυτά εν ολίγη οδήγησαν στην ολοκληρωτική ρήξη των σχέσεων του Γέρου του Μοριά με τον Μαυροκορδάτο. Ο αγώνας κινδύνευσε πραγματικά, αφού οι τούρκοι βρήκαν πάτημα με τις εμφύλιες διαμάχες και την φυλάκιση του Κολοκοτρώνη, ούτως ώστε να βγουν στην αντεπίθεση προσπαθώντας να σβήσουν την φλόγα του αγώνα. Μετά τον ηρωικό θάνατο του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι, ο δρόμος ήταν ορθάνοικτος για τους τούρκους ούτος ώστε να μπουν και πάλι στην πρωτεύουσα του Μοριά την Τριπολιτσά. Έτσι ο Γέρος του Μοριά πήρε αμνηστία από την κυβέρνηση ούτως ώστε να ξαναζωντανέψει την Επανάσταση. Τελικά όμως παρά την προσπάθεια των Ελλήνων η πρωτεύουσα της Πελοποννήσου καταλήγει σε τουρκικά χέρια. Ίσως στην πιο κρίσιμη καμπή της επανάστασης ο Γέρος του Μοριά ανασυγκροτεί τον αγώνα στρατολογώντας άντρες κάνοντας τους ικανότατους κλεφταρματολούς στα βουνά.

Την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1827 επιστρέφοντας στην Πελοπόννησο ο Ιμπραήμ επιδιώκει να εξαφανίσει τις λίγες επαναστατικές ομάδες που παρέμειναν στον Μοριά. Χρησιμοποίησε μια ύπουλη τακτική, πυρπολώντας χωριά και αγρούς αναγκάζοντας τους κατοίκους να δηλώσουν υποταγή στους τούρκους, προσκυνώντας τους, μπροστά στον κίνδυνο του θανάτου και του ξεριζωμού. Οι Έλληνες σιγά – σιγά άρχισαν να προσκυνούν τον τούρκο-αιγύπτιο πασά, αφήνοντας στην άκρη τον σκοπό του Αγώνα.

Τότε ο Γέρος του Μοριά, φοβούμενος για το μέλλον της Επανάστασης, εξαπέλυσε τα παλικάρια του στα χωριά που δήλωσαν υποταγή και πότε με το καλό πότε με τη βία κατάφερε να κρατήσει τη φλόγα της επανάστασης αναμμένη. Χαρακτηριστικά τότε τα φλεγόμενα λόγια του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ήχησαν σε ολόκληρο τον Μοριά, «Φωτιά στα σπίτια και τσεκούρι στην περιουσία και το λαιμό εκείνων που κάνουν τα χατίρια των Τούρκων. Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους». Εντύπωση προκαλεί ότι στα απομνημονεύματα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη αναφέρει πως: «Μόνον εις τον καιρόν του προσκυνήματος εφοβήθηκα διά την πατρίδα μου», γεγονός που φανερώνει κατάσταση που επικρατούσε την περίοδο εκείνη.

Με την έλευση του Όθωνα στην εξουσία, αν και τον είχε στηρίξει ένθερμα, ο Κολοκοτρώνης έγινε στόχος συκοφαντιών και ραδιουργιών εκ μέρους των πολιτικών του αντιπάλων με προεξάρχοντα τον Ι. Κωλέττη και αντιμετωπίστηκε με ψυχρότητα από τους Άγγλους και τους Βαυαρούς που δεν μπορούσαν να του συγχωρήσουν για τη φίλο-καποδιστριακή του τοποθέτηση. Τότε έστησαν μια άθλια σκευωρία εις βάρους του, κατηγορώντας τον Μέγα στρατηγό και ευεργέτη του Ελληνικού Έθνους για εσχάτη προδοσία, συλλαμβάνοντάς τον και φυλακίζοντάς τον στο Παλαμήδι, μαζί με τον Πλαπούτα, το γιο του τον  Γενναίο, τον Τζαβέλα, τον Νικηταρά και άλλους στρατιωτικούς με την κατηγορία ότι ετοίμαζαν πραξικόπημα εναντίον του ανήλικου βασιλιά Όθωνα και της κυβέρνησης. Αρχικά ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας καταδικάστηκαν σε θάνατο, όμως αργότερα η ποινή του μετατράπηκε σε 20ετή κάθειρξη.

Στα απομνημονεύματα του ο Γέρος του Μοριά γράφει τα ακόλουθα για την σκευωρία που στήθηκε εις βάρους του: «Μ’ έβαλαν έξι μήνες μυστική φυλακή, χωρίς να δω άνθρωπο εκτός του δεσμοφύλακα. Δεν ήξερα τι γίνεται για έξι μήνες, ούτε ποιος ζει, ούτε ποιος πέθανε, ούτε ποιόν [άλλον] έχουν στη φυλακή. Για τρεις μέρες δεν ήξερα πως υπάρχω, μου φαινόταν σαν όνειρο. Ρωτούσα τον εαυτό μου αν ήμουν εγώ ο ίδιος ή άλλος κανένας. Δεν ήξερα γιατί μ’ έχουν κλεισμένο. Με τον καιρό μου πέρασε απ’ το νου, πως ίσως η Κυβέρνηση, βλέποντας την υπόληψη που ‘χε ο λαός προς εμένα, με φυλάκισε για να μου κόψει την επιρροή. Ποτέ δεν πίστεψα πως θα φτάσουν σε τέτοιο σημείο να φτιάξουν ψευδομάρτυρες».

Παρότι προφανώς ούτε γίνεται, ούτε υπάρχει η θέληση να γίνει σύγκριση μεταξύ του οποιουδήποτε και του Εθνάρχη, Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, δεν μπορεί παρά κάποιος να δει την ιστορική αντιστοιχία και σύμπτωση. Εν έτη 1832 ο Άνδρας που έδωσε και το αίμα του για την ελευθερία αυτού του τόπου μπαίνει στην φυλακή με χρήση ψευδομαρτύρων, επειδή αντιτασσόταν στην αγγλοσαξονική και βαυαρική κατοχής που βίωσε η Ελλάδα. Εν έτη 2013 στην Ελλάδα οι ψευδομάρτυρες ξαναχτυπάνε λέγοντας παραμύθια για αμνοερίφια, τεθωρακισμένα και αντιαρματικά, οδηγώντας στην φυλακή τον αρχηγό της Χρυσής Αυγής, Νικόλαο Μιχαλολιάκο, και άλλους βουλευτές και στελέχη του Λαϊκού Συνδέσμου.

Τον Μάιο του 1835 μετά την ενηλικίωση του Όθωνα ο Γέρος του Μοριά έλαβε χάρη και αποφυλακίσθηκε, εξουθενωμένος από τις άθλιες συνθήκες της φυλακής και τις ταπεινώσεις και σχεδόν τυφλός. Στη συνέχεια έζησε στην Αθήνα, όπου γνώρισε τη γενική αναγνώριση για την προσφορά του στον αγώνα. Έλαβε το βαθμό του στρατηγού, τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του Σωτήρος, ενώ αναγνωρίστηκε ως «Άξιον Τέκνον της Πατρίδος». Φύσει ανιδιοτελής όμως, ποτέ δεν επεδίωξε προσωπικά οφέλη και ανταλλάγματα.

Ο πραγματικός Εθνάρχης, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, πέθανε στις 4 Φεβρουαρίου 1843 από εγκεφαλική συμφόρηση. Φτωχός από υλικά αγαθά, αλλά πλούσιος από την αγάπη του απλού λαού και ευτυχής που πρόλαβε να δει μέρος της αγαπημένης του πατρίδα ελεύθερη. Μιας πατρίδας για την οποία αγωνίσθηκε σκληρά, με αυταπάρνηση, μεγαλοψυχία, ήθος, όραμα και πίστη.