«Μην ανησυχείς μάνα, γιατί ποτέ δε πρόκειται να συλληφθώ, θα πέσω πολεμώντας»

O Πετράκης Κυπριανού, γεννήθηκε στη Λάρνακα στις 29 Ιουνίου του 1939. Ήταν παιδί πολύτεκνης οικογένειας και είχε άλλα πέντε αδέλφια, τη Χρυσούλα, τον Ευάγγελο, τον Ανδρέα, τη Μάρω και τη Μαλβίνα. Τελείωσε το Δημοτικό σχολείο της Σωτήρας, φοίτησε για ένα χρόνο στη σχολή Τέρρα Σάντα και ακολούθως στην Αμερικανική Ακαδημία μέχρι την τρίτη τάξη.

Αποβλήθηκε, όταν έριξε φυλλάδια της ΕΟΚΑ και ύψωσε την ελληνική σημαία. Η πρόταση του Άγγλου διευθυντή της σχολής, να απόσχει από τα μαθήματα και να διαβάζει στο σπίτι του για να έχει το δικαίωμα να παρακαθίσει στις τελικές εξετάσεις του σχολείου, απορρίφθηκε από την οικογένεια, όμως χωρίς ο ίδιος να σταματήσει να μελετάει. Μετά την οριστική του αποβολή, εργάστηκε για ένα διάστημα στην ηλεκτρική.

Λίγο αργότερα, ήρθε σε επαφή με μέλη της ΕΟΚΑ προκειμένου να τον εντάξουν στην Οργάνωση αφού το πάθος του για την ελευθερία της Κύπρου ενάντια στους Άγγλους δεν είχε σβήσει. Παρά το νεαρό της ηλικίας, οι αντάρτες τον δέχονται στην οργάνωση και δίνει το μυστικό όρκο της ΕΟΚΑ στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου.

Ο Πετράκης εντάχθηκε στις ομάδες κρούσης της Λάρνακας. Πήρε μέρος πολλές αποστολές, όπως τον Απρίλιο του 1956 που εκτέλεσε στη Λάρνακα δύο συνεργάτες των Άγγλων. Στις 31 Μαίου του 1956 πήρε μέρος σε επίθεση κατά Άγγλων αξιωματικών πολεμικού πλοίου που είχε καταπλεύσει στη Λάρνακα. Στις 23 Σεπτεμβρίου του 1956, συμμετείχε στην εκτέλεση Άγγλου λοχία, όμως εκεί αναγνωρίστηκε από Τούρκο επικουρικό. Προκειμένου να διαφύγει την σύλληψη, κατέφυγε στην ορεινή Λάρνακας και ενώθηκε με την αντάρτικη ομάδα της περιοχής, ως καταζητούμενος πλέον.

Και ως αντάρτης,  έλαβε πάλι μέρος σε πολλές επιχειρήσεις εναντίον των Άγγλων. Σε ενέδρα που στήθηκε στις 3 Νοέμβριου 1956 κοντά στη Χοιροκοιτία από μια τριμελή ομάδα ανταρτών, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Πετράκης Κυπριανού, χτυπήθηκε πομπή στρατιωτικών οχημάτων που μετέφερε πυρομαχικά, με αποτέλεσμα την ανατίναξη της αυτοκινητοπομπής και το θάνατο των εννέα επιβαινόντων Άγγλων στρατιωτών.

Το Μάρτιο του 1957 το κρησφύγετο του, που βρισκόταν μεταξύ Λάγιας και Ακαπνούς, προδίδεται, και ενώ οι αντάρτες διέφυγαν τη σύλληψη, περιπλανήθηκαν μερικές μέρες κυνηγημένοι από τους Άγγλους και κατέληξαν στην Αναφωτίδα. Για λόγους ασφάλειας ο τομεάρχης χώρισε τους καταζητούμενους με ευθύνη δράσης σε μικρότερες περιοχές. Ο Πετράκης ορίσθηκε ως υπεύθυνος για την περιοχή που περιλαμβάνεται μεταξύ των χωριών Χοιροκοιτίας, Βάβλας, Οράς, Βαβατσινιάς και προωθήθηκε προς τα εκεί. Θα κατασκεύαζε το δικό του κρησφύγετο και θα δρούσε με τις τοπικές ομάδες των χωριών της περιοχής του. Στην πορεία του στάθμευσε για δυο μέρες στο χωριό Βάβλα και μετά κατευθύνθηκε στην Ορά, όπου είχε οδηγίες από τον τομεάρχη του για κατασκευή κρησφύγετου στην περιοχή.

Στις 21 Μαρτίου, δεύτερη μέρα μετά την άφιξή του εκεί, στις τρεις το απόγευμα, περικυκλώθηκε από τρεις χιλιάδες Άγγλους στρατιώτες, που επέβαλαν κατ’ οίκον περιορισμό στο χωριό, αναζητώντας τον. Ο Πετράκης Κυπριανού συνειδητά επέλεξε να πολεμήσει, γνωρίζοντας ότι τούτο σήμαινε βέβαιο θάνατο. Ταμπουρωμένος σ΄ ένα ακατοίκητο σπίτι στο οποίο είχε καταφύγει, πολεμούσε επί δυόμισι ώρες με ένα κυνηγετικό όπλο και είκοσι επτά φυσίγγια που διέθετε. Όταν χρησιμοποίησε και το τελευταίο φυσίγγι επιχείρησε έξοδο, παρά την παράδοση του. Σπάζοντας με το κορμί του τον κλοιό των στρατιωτών το κορμί του έγινε διάτρητο από τις σφαίρες των Άγγλων κατακτητών.

Όταν το σώμα του νεκρού Πετράκη Κυπριανού έμπαινε στην εκκλησία για να τελεστεί η κηδεία του η μάνα του, Άννα, φώναξε:  «Έτσι σε ήθελα γιε μου νάρτεις, ήρωας»

Ήταν η απάντηση που έδινε σε ένα γιο, ο οποίος λίγες μέρες πριν της είχε γράψει: «Μην ανησυχείς μάνα, γιατί ποτέ δεν πρόκειται να συλληφθώ, θα πέσω πολεμώντας»

κυπριανου