Ήταν 24 Δεκεμβρίου όταν η μητέρα και τα τρία ανήλικα παιδιά τους βρήκαν φρικτό θάνατο εντός του σπιτιού τους στη Λευκωσία. Από το 1963 και για δεκαετίες η ελληνοκυπριακή πλευρά βρισκόταν στο σκαμνί για το «έγκλημα πολέμου», όπως δικαίως χαρακτηρίστηκε από τη διεθνή κοινότητα (σ.σ που δεν γνώριζε τα πραγματικά περιστατικά), που έκαναν οι Ελληνοκύπριοι. Για δεκαετίες ολόκληρες οι ακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε το έγκλημα, όπως επίσης και η ταυτότητα των δραστών παρέμεναν άγνωστες.

Η φωτογραφία που απεικονίζει τη γυναίκα και τα τρία παιδάκια του στρατιωτικού γιατρού της ΤΟΥΡΔΥΚ, σφαγμένα μέσα σε μια μπανιέρα  δημοσιεύθηκε στο περιοδικό TIME στις 10 Ιανουαρίου του 1964 ενώ η είδηση έκανε τον γύρο του κόσμου και μεταξύ άλλων μέσων δημοσιεύθηκε και στον Guardian στις 31 Δεκεμβρίου.

Αν και το έγκλημα σημειώθηκε στις 24 Δεκεμβρίου, τόσο ο τουρκικός τύπος όσο και ο τουρκοκυπριακός που τότε εκφράζετο μέσω μόλις δύο εφημερίδων καθυστέρησαν τρεις μέρες για να ανακαλύψουν την τραγική είδηση της δολοφονίας τριών παιδιών και της μητέρας τους, όπως υποστήριζαν τότε, και να διεθνοποιήσουν το θέμα.

Η αλήθεια έλαμψε δεκαετίες αργότερα 

Άργησε αλλά τελικά έλαμψε η αλήθεια αναφορικά με τη δολοφονία των τριών παιδιών και της μητέρας τους. Ο δημοσιογράφος-φωτορεπόρτερ που τράβηξε τις φωτογραφίες, έλυσε τη σιωπή του μιλώντας σε Κύπριο δημοσιογράφο για το τι πραγματικά συνέβη. Ο Νιχάτ Ιλχάν, σύζυγος της γυναίκας που βρέθηκε δολοφονημένη και πατέρας των τριών παιδιών, σε μια στιγμή αμόκ δολοφόνησε την οικογένειά του.

Το περιστατικό έγινε στις 24 Δεκεμβρίου. Αμέσως ενεργοποιήθηκαν οι  ομάδες προπαγάνδας της ΤΜΤ που σκηνοθέτησαν την μπανιέρα κι αφού κάλεσαν τον φωτογράφο που αργότερα ομολόγησε πως δεν ήταν οι Ελληνοκύπριοι πίσω από το έγκλημα, το εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο και δημιούργησαν μια άνευ προηγουμένου φρικαλέα ιστορία που έκανε το γύρο του κόσμου με δράστες τους Ελληνοκύπριους.

Τα πραγματικά γεγονότα επισφράγισε με το πρωτοσέλιδο στην εφημερίδα Αφρίκα ο Τουρκοκύπριος δημοσιογράφος και πολιτικός Σενέρ Λεβέντ που προχώρησε σε μια σπουδαία αποκάλυψη θέτοντας και μια σειρά ερωτημάτων που παραμένουν αναπάντητα μέχρι σήμερα, δημοσιεύοντας φωτογραφίες της μπανιέρας χωρίς αίματα και με της σορούς των θυμάτων έξω από αυτή. Συγκεκριμένα η “Αφρίκα” στο πρωτοσέλιδό της στις 2 Ιανουαρίου 2015 σημειώνει πως υπάρχει μια διαφορετική εκδοχή από την επίσημη που χρησιμοποιούνταν ως “εικόνα της πολιτικής προπαγάνδας”, αναφέρει και διερωτάται γιατί συνέβη αυτό.

Ανακάλυψαν, γράφει ο Λεβέντ, ότι υπήρχαν και άλλες εκδοχές εκείνης της φωτογραφίας και η δολοφονία δεν έγινε όπως δημοσιεύθηκε. Και για να γίνει πιο αποτελεσματική η προπαγάνδα δόθηκε μια διαφορετική “μορφή” στην εικόνα, λέγοντας πως αυτό το έκανε ο τουρκικής καταγωγής δημοσιογράφος Ομέρ Σαμί Τζοσιάρ, ανταποκριτής τότε της εφημερίδας Μιλλιέτ, ο οποίος εργαζόταν σαν αξιωματούχος πληροφοριοδότης της Τουρκικής Δημοκρατίας. Γιατί έγινε αυτή η σκηνοθεσία δεν μας εξήγησε κανείς, προσθέτει ο Σενέρ Λεβέντ στο άρθρο του.

Επισημαίνει δε ότι υπάρχει πάνω από μια εκδοχή αυτής της φωτογραφίας και διερωτάται τελικά γιατί λεγόταν όλα αυτά τα ψέματα, γιατί υπήρξε ανάγκη να τα πουν και ποιος τα σκηνοθέτησε.

Γράφει ο Κώστας Γενάρης στο βιβλίο του Εξ Ανατολών το 2000. 

Το έγκλημα είχε διαπράξει σε κατάσταση αμόκ ο Τούρκος ταγματάρχης Νιχάτ Ιλχάν, που υπηρετούσε στην ΤΟΥΡ.ΔΥ.Κ. (Τουρκική Δύναμη Κύπρου), με θύματα την σύζυγο του και τα παιδιά του. Το σπίτι του (όπου έγινε το έγκλημα) βρισκόταν στο κέντρο της τουρκικής συνοικίας, όπου ποτέ δεν έφτασε οποιοδήποτε τμήμα των ελληνοκυπριακών δυνάμεων». Όμως, εκείνη την νύχτα με άφησε άφωνο. Χωρίς προειδοποίηση, χωρίς κανένα προϊδεασμό ο Αχμέτ μου είπε: “Ξέρεις, εκείνη την φωτογραφία με τα τρία παιδιά και την μητέρα τους δολοφονημένους μέσα στο μπάνιο, εγώ τράβηξα εκείνη την φωτογραφία”. Είπε πως εκείνη την περίοδο βρισκόταν στην Κύπρο, για να καλύψει τις διακοινοτικές ταραχές του 1963.

Ένα βράδυ, όπως έπινε τον καφέ του με μερικούς φίλους σ’ ένα μπαρ της τουρκικής συνοικίας της Λευκωσίας, μπήκαν δύο ένοπλοι και ζήτησαν να τους ακολουθήσει. Τον πήραν με αυτοκίνητο στο σπίτι που είχε γίνει το έγκλημα. Μόλις έφθασαν, είδε πως ο χώρος ήταν γεμάτος από άλλους ένοπλους και αξιωματικούς του τουρκικού αποσπάσματος στην Κύπρο, οι οποίοι τον διέταξαν να φωτογραφίσει το έγκλημα. Έκαμε ότι τον διέταξαν και, τότε, ένας από τους ένοπλους του ζήτησε να παραδώσει το φιλμ και να ξεχάσει ότι έκαμε και ότι είδε. Ο Αχμέτ ήθελε να μάθει τι πραγματικά είχε συμβεί και το έμαθε: Ο πατέρας των τριών παιδιών είχε τρελαθεί. Εκτέλεσε τα παιδιά και την γυναίκα του και μετά εξαφανίστηκε. Τον απομάκρυνε ο τουρκικός στρατός, για να εμφανιστεί και πάλι μετά από 24 χρόνια να υπηρετεί κάπου βαθιά στην Ανατολία, παντρεμένος ξανά».

Ο Αχμέτ είπε στον Κώστα Γεννάρη ότι το έγκλημα ούτε καν έγινε στην Ομορφίτα, όπως διατείνεται η τουρκική προπαγάνδα. Εκτελέσθηκε σε μια περιοχή βαθιά, στην καρδιά της τουρκικής συνοικίας της Λευκωσίας, όπου οι Ε/κ δεν μπορούσαν να πλησιάσουν […].

Ο Κώστας Γεννάρης προσθέτει στο βιβλίο του: «Ερευνώντας για το βιβλίο μου, βρήκα πολλά άλλα παρόμοια περιστατικά, που εξυπηρέτησαν τα τουρκικά συμφέροντα και τους στόχους της Άγκυρας και που η Τ.Μ.Τ. ενεργοποίησε ως την πολιτική της στην Κύπρο […]». Ο Αχμέτ Μπαράν ήθελε να πει σε κάποιον την αλήθεια, δεν επιθυμούσε να πεθάνει χωρίς να έχει ξεσκεπάσει εκείνη την σοβαρή αδικία σε βάρος των Ε/κ. Μίλησε στον Κώστα Γεννάρη, με την προϋπόθεση «ο Γεννάρης να μην πει τίποτε ενώ ο Μπαράν ζούσε». Αποκάλυψε την αληθινή ιστορία, μετά από τον θάνατο του Μπαράν.

Μετέτρεψαν το σπίτι σε μουσείο

Μέχρι σήμερα η τουρκική προπαγάνδα δεν έπαψε λεπτό να θεωρεί το συγκεκριμένο περιστατικό ως ένα φρικιαστικό έγκλημα των Ελληνοκυπρίων εις βάρος των Τουρκοκυπρίων. Η οικία μέσα στην οποία έγινε το έγκλημα από τον Νιχάτ Ιλχάν έχει μετατραπεί σε μουσείο το οποίο μεταξύ άλλων επισκέπτονται οργανωμένα τα σχολεία που λειτουργούν στα κατεχόμενα.

Μέσα στο σπίτι μπορεί να δει κανείς φωτογραφίες από τα δολοφονημένα παιδιά και τη μητέρα τους μέσα στη μπανιέρα αλλά και την ίδια τη μπανιέρα που έχει μετατραπεί σε μουσειακό έκθεμα.

Τα ματωμένα Χριστούγεννα του 1963 

Ο Δεκέμβριος του 1963 έχει δικαίως χαρακτηριστεί ως ο ματωμένος Δεκέμβριος ή τα ματωμένα Χριστούγεννα. Η Κυπριακή Δημοκρατία μετρούσε μόλις τρία χρόνια ζωής και ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος βλέποντας πως το κράτος δεν μπορούσε να λειτουργήσει απρόσκοπτα με το υπάρχων σύνταγμα κατέθεσε τα 13 σημεία τα οποία πρότεινε να αλλάξουν σε αυτό. Μεταξύ άλλων τα 13 σημεία που πρότεινε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος καταργούσαν το τουρκοκυπριακό βέτο, τους χωριστούς Δήμους καθώς και τις αναλογίες στους δημόσιους υπαλλήλους, Η Άγκυρα αλλά και η τ/κ ηγεσία δεν τα έκαναν αποδεκτά με αποτέλεσμα να υπάρξει ένταση ανάμεσα στις σχέσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

Ένα τυχαίο περιστατικό στα κακόφημα σοκάκια της Λευκωσίας κατά το οποίο σκοτώθηκε μια τ/κ πόρνη και ένας συμπατριώτης της αποτέλεσε την αφορμή για να ξεκινήσουν οι ταραχές και η τουρκανταρσία

ΠΗΓΗ