Παρέμβαση στο θέμα της νέας νομοθεσίας (Parole) που ψηφίστηκε πρόσφατα από τη Βουλή, για τους κρατούμενους των Κεντρικών Φυλακών, γύρω από την οποία υπάρχει τις τελευταίες μέρες συζήτηση με αφορμή την αποφυλάκιση του τέως Γενικού Εισαγγελέα Ρίκκου Ερωτοκρίτου, κάνει ο ποινικολόγος και αντιπρόεδρος του συνδέσμου Προστασίας Δικαιωμάτων Φυλακισμένων και Αποφυλακισθέντων Γιάννης Πολυχρόνης.
Μιλώντας στον REPORTER, ο κ. Πολυχρόνης τόνισε ότι η αποφυλάκιση του Ρίκκου «ουδεμία σχέση έχει με τη νομοθεσία», ενώ επισήμανε ότι «η συγκεκριμένη νομοθεσία συζητείται εδώ και πάρα πολλά χρόνια στη Βουλή και συγκεκριμένα εκκρεμεί από το 2009 και μπορώ να σας επισυνάψω συζητήσεις και από την οποία επωφελούνται όλοι οι φυλακισμένοι». Νομοθεσία η οποία χαιρετίστηκε και από το σύνολο των φυλακισμένων και τις οικογένειες τους, όπως χαιρετίστηκε και η βούληση της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής να ενσκήψει πραγματικά και να ρυθμίσει το θέμα που για χρόνια δημιουργούσε αδικίες.
Επίσης όπως ανέφερε, «δεν πρέπει να παραγνωρίζεται η δικαστική απόφαση και η ευρωπαϊκή νομοθεσία ότι έπρεπε να γίνει μια νομοθεσία για το Συμβούλιο Αποφυλάκισης σε συμμόρφωση της Κυπριακής Δημοκρατίας με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Η νομοθεσία αυτή έπρεπε να ρυθμιστεί εδώ και χρόνια για να καλύπτει και τα άτομα, στα οποία απονέμεται προεδρική χάρη».
Όπως εξηγεί ο κ. Πολυχρόνης, «πρώτο, ο προηγούμενος νόμος οδηγούσε σε άδικα και παράλογα συμπεράσματα, αντίθετα με το γράμμα του νόμου, γιατί δεν λάμβανε υπόψη τη μείωση που δέχονταν οι φυλακισμένοι με προεδρική χάρη. Δεύτερον δεν λάμβανε υπόψη ούτε την καθορισμένη μείωση με βάση την νομοθεσία των φυλακών».
«Αποτέλεσμα το δικαίωμα αποφυλάκισης επ’ αδεία να  μην μπορούσε πρακτικά να εφαρμοστεί σε όλους τους φυλακισμένους, πλην τους φυλακισμένους με πολύ μεγάλες ποινές και τους ισοβίτες. Γιατί όταν ερχόταν η ημερομηνία για την αίτηση, ήταν ήδη αποφυλακισμένοι».

Σε ότι αφορά τις τοποθετήσεις για να επαναφερθεί η προηγούμενη νομοθεσία, ο κ. Πολυχρόνης κατέστησε σαφές ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει και είναι νομικά λάθος, γιατί όπως εξήγησε, «γεννήθηκε το δικαίωμα σε όλους τους φυλακισμένους και σε όλους όσους υπέβαλαν ήδη αίτηση με τη νέα νομοθεσία. Τι θα τους πεις; Το δικαίωμα σου και η αίτηση σου δεν μπορεί να γίνει; Κάτι που συνιστά παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ο κυριότερος όμως λόγος που δεν μπορεί να επαναφερθεί η προηγούμενη νομοθεσία, είναι γιατί πλέον, εάν έρθει νέος νόμος, δημιουργείται πρόβλημα σε όλους όσους έχουν υποβάλει αίτηση μέχρι την ημερομηνία έναρξης της ισχύουσας νομοθεσίας. Θα είναι αναδρομικός ποινικός νόμος, κάτι που απαγορεύεται με βάση άρθρο από την Ευρωπαϊκή Ένωση».

Τέλος, ο ποινικολόγος και αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Προστασίας Δικαιωμάτων Φυλακισμένων και Αποφυλακισθέντων, ο οποίος βρισκόταν στις συνεδριάσεις της Βουλής και στην ψήφιση της νομοθεσίας, επισημαίνει ότι «η νέα νομοθεσία είναι εναρμονισμένη με τον κανονισμό των φυλακών, όπου προβλέπει την ομαλή επανένταξη, με ανοιχτή φυλακή και Κέντρο Επαγγελματικής Αποκατάστασης. Ακολούθως είναι έτοιμος να υποβάλει αίτηση στο parole. Η ουσία του θεσμού είναι η ομαλή επανένταξη και με τη νέα νομοθεσία εφαρμόζεται πρακτικά».