Στις 24 Ιουνίου η Τουρκία ψηφίζει για την τουρκική Εθνοσυνέλευση (Βουλή) και για πρόεδρο της Δημοκρατίας. Είτε οι Τούρκοι ψηφίσουν υπέρ του Ερντογάν ή υπέρ κάποιου αντιπάλου του, με το νέο τουρκικό Σύνταγμα που δίνει υπερεξουσίες στον προεδρικό θώκο στην ουσία για την Τουρκία ξεκινά μια περίοδος σουλτανικού τύπου δικτατορίας.

Όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα των βουλευτικών και προεδρικών εκλογών, αυτό δεν θα μπορέσει να λύσει τα χρόνια προβλήματα της εσωτερικής ασφάλειας της χώρας καθώς και τον διεθνή απομονωτισμό στον οποίο έχει οδηγηθεί η Άγκυρα. Το αποτέλεσμα όμως, θετικό ή αρνητικό για τον Ερντογάν και το κόμμα του AKP, θα διαμορφώσει την φύση της επερχόμενης εσωτερικής αναταραχής και αστάθειας και την ταχύτητα ολοκλήρωσης της απομάκρυνσης από την λεγόμενη Δύση.

Αυτό που πρέπει να παραδεχθούμε είναι ότι ο Ερντογάν τα χρόνια της θητείας του ως πρωθυπουργός και πρόεδρος της Τουρκίας έχει επιδείξει μια σπάνια ικανότητα χειραγώγησης της πολιτικής ατζέντας της χώρας του, καταφέρνοντας πάντα να αποσπά την προσοχή από τα σκάνδαλα και τις αποτυχίες του ιδίου και του κόμματος του AKP. Ο Ερντογάν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένας δεινός ρήτορας για το επίπεδο του τουρκικού κοινού και ως ένας άριστος δημαγωγός.

Ανεξάρτητα από τους μακροπρόθεσμους στόχους του που σχετίζονται με την διεθνή θέση της Τουρκίας, ο Ερντογάν διαθέτει μια ευρεία λαϊκή βάση στήριξης την οποία αναντίρρητα έχει ενσωματώσει με δημοκρατικούς κανόνες και πρακτικές. Ωστόσο μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου 2016 δεν είναι πλέον δυνατό να μιλάμε για δημοκρατικούς κανόνες και κράτος δικαίου στην Τουρκία, κάτι που οδήγησε σε αυξανόμενη πίεση εκ μέρους των αντιπάλων και επικριτών του Ερντογάν, εγχώριους και ξένους.

Ο Ερντογάν μετά το πραξικόπημα εμφανίζεται άκρως αυταρχικός σε όλες τις πτυχές άσκησης της προεδρικής του εξουσίας, φοβούμενος ότι η εξουσία ξεγλιστρά από τα χέρια του. Σε αυτό το πλαίσιο διακινεί θεωρίες συνωμοσίας και ρητορικές ασυναρτησίες που δείχνουν αν μη τι άλλο την κυβερνητική του κόπωση και την έλλειψη επιχειρημάτων, ενώ ταυτόχρονα ο ίδιος φαίνεται να μην μπορεί να κατανοήσει τις συνέπειες των πράξεων και λόγων του. Απεναντίας όσο περισσότερο αποτυγχάνει στην κλίμακα διεθνούς κύρους, τόσο περισσότερο ικανός και πεπεισμένος με τον εαυτό του αισθάνεται.

Η πολιτική του στην Μέση Ανατολή, οι κατά καιρούς δηλώσεις του για την ΕΕ, τις ΗΠΑ, την Ρωσία έχουν οδηγήσει την χώρα του σε έναν ιδιότυπο απομονωτισμό. Ο τρόπος με τον οποίο συναλλάχθηκε με την Ρωσία και τις ΗΠΑ στο θέμα της κρίσης στην Συρία απέδειξε την αδυναμία της Άγκυρας και ουχί την δύναμη και την ικανότητα της να αυξήσει την διεθνή επιρροή της ή να ενσωματωθεί σε εναλλακτικές συμμαχίες. Η δε κρίση που θα εμφιλοχωρήσει αργά ή γρήγορα στην πολιτική σκηνή με το κουρδικό ζήτημα θα προκαλέσει τεράστια εσωτερικά προβλήματα που η λύση τους ουδόλως εξαρτώνται από τις σουλτανικές ή μη εξουσίες που θα περιβληθεί ο Ερντογάν ή όποιος άλλος νικητής των εκλογών.

Η περίοδος Ερντογάν ασχέτως με το τι θα ψηφίσει ο τουρκικός λαός στις εκλογές βαίνει προς το τέλος της, ακόμη και αν το «evet» (ναι) για αυτόν και το κόμμα του είναι το αποτέλεσμα της κάλπης. Ανεξαρτήτως όμως ποιο θα είναι το αποτέλεσμα η Τουρκία θα ζήσει μια περίοδο αστάθειας, ενώ οι σχέσεις με την Ελλάδα ουδόλως πρόκειται να επηρεαστούν από το αποτέλεσμα της κάλπης, εξ άλλου οι αδυναμίες της Ελλάδας σε στρατιωτικό και πολιτικό επίπεδο αποτελούν δεδομένα που θα θελήσουν να εκμεταλλευτούν οι Τούρκοι, είτε κυβερνά ο Ερντογάν ή κάποιος διάδοχος του.

Γ. Λιναρδής