Η Επανάσταση του Γένους έχει επιτέλους ξεκινήσει. Μετά τις ηρωικές μάχες των ελληνικών σωμάτων στην Μολδοβλαχία η φωτιά της επανάστασης θεριεύει στην Πελοπόννησο. Η Καλαμάτα απελευθερώνεται και η νίκη στο Λεβίδι (14 Απριλίου  1821) ανυψώνει το ηθικό των Ελλήνων που βλέπουν ότι οι Τούρκοι μπορούν να ηττηθούν και σε μάχες σε ανοιχτό χώρο. Αμέσως ο Γέρος του Μοριά στήνει στρατόπεδα στο Βαλτέτσι, το Χρυσοβίτσι και την Πιάνα. Η πρωτοβουλία αυτή ήταν το σχέδιο του Κολοκοτρώνη για την άλωση της Τριπολιτσάς, εγκαθιδρύοντας μια μεγάλη βάση για την Επανάσταση που προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της.  Η αλήθεια είναι ότι το πέτυχε με πολλές δυσκολίες καθώς ο ίδιος πηγαινοερχόταν καθημερινά στα τρία στρατόπεδα για να κρατάει ακμαίο το ηθικό των στρατιωτών και να λύνει όποιο πρόβλημα προκύπτει. «Εκοιμόμουν εις το Βαλτέτσι, εγευμάτιζα στην Πιάνα και εδείπναγα εις το Χρυσοβίτσι» γράφει χαρακτηριστικά στα Απομνημονεύματά του.

Στις 24 Απριλίου ο Κεχαγιάμπεης, αποφασίζει να εξουδετερώσει το στρατόπεδο των ΄γκιαούρηδων΄ και επιτίθεται στο Βαλτέτσι επικεφαλής ισχυρού σώματος 4000 ανδρών. Οι λίγοι υπερασπιστές του στρατοπέδου, αμύνθηκαν  ηρωϊκά. Παρόλη την αντίσταση οι Τούρκοι κατέλαβαν το χωριό, επιτυγχάνοντας μάλιστα τη μερική διάλυση του στρατοπέδου όπου  και πήραν πολλά ζώα, υλικά και τροφές του Ελληνικού σώματος. Ενώ η μάχη συνεχιζόταν στη βόρεια πλευρά του χωριού, όπου ο Κυρ. Μαυρομιχάλης είχε έλθει σε δεινή θέση, ενισχύθηκε από τον Πλαπούτα ο οποίος τους χτυπά από τα νώτα, με αποτέλεσμα οι Τούρκοι να υποχωρήσουν. Η καταδίωξη συνεχίστηκε από τον Κολοκοτρώνη μέχρι την Μάκρη. Ακούραστος ο Αρχιστράτηγος  ανασυγκροτεί το Ελληνικό στρατόπεδο, ανεβάζει το ταλαντευόμενο ηθικό των πολεμιστών  και πλέον στο  Βαλτέτσι οργανώνεται τώρα προσεκτικά η άμυνα αφού καταφθάνουν στο προς ενίσχυση και άλλα ελληνικά σώματα από τις γύρω περιοχές.

Τη νύχτα στις 12 Μαΐου ο Κεχαγιάμπεης ξεκινάει από την Τρίπολη επικεφαλής ισχυρότατης δύναμης 12.000 Τουρκαλβανών για να ξαναχτυπήσει τους Έλληνες στο Βαλτέτσι. Χωρίζει τις δυνάμεις του σε πέντε τμήματα. Τρία από αυτά ξεκίνησαν από Τρίπολη, Καλογεροβούνι και τις Αραχαμίτες, ένα έμεινε σαν εφεδρεία για να αποτρέψει τυχόν ενισχύσεις που θα κατέφθαναν από το στρατόπεδο των Βερβαίνων και μια οπισθοφυλακή εφοδιασμένη με 4 κανόνια που κινείται αργά προς την περιοχή του Βαλτετσίου. Οι Έλληνες φρουροί βλέπουν τα εχθρικά στρατεύματα κι αμέσως με δυο φωτιές (ήταν το συνθηματικό σινιάλο) ειδοποιούν στον Κολοκοτρώνη ότι οι Τούρκοι πορεύονται για το Βαλτέτσι.Το κυρίως τουρκικό σώμα υπό τον Ρουμπή κινείται βιαστικά για να χτυπήσει τους Έλληνες, πριν έλθει βοήθεια από την Πιάνα και το Χρυσοβίτσι. Ο Κεχαγιάμπεης από τον κάμπο παρακολουθεί τη μάχη επικεφαλής του 3.000 ιππέων.

Το τουρκικό σώμα υπό τον Ρουμπή πλησιάζει τις θέσεις των Ελλήνων στο Βαλτέτσι και τους ζητά να παραδοθούν. Γελιούνται. Δεν έμαθαν ακόμα την φράση’ Μολών λαβε’. Εκνευρισμένος ο Ρουμπής επιτίθεται στο ταμπούρι του Μητροπέτροβα και των Μεσσηνίων. Η μάχη είναι σφοδρή. Ο Ρουμπής θα στείλει 14 σημαιοφόρους του για να καρφώσουν τις σημαίες στα ταμπούρια των Ελλήνων. Μάταια όμως. Όλοι κείτονται νεκροί από βόλια Ελλήνων. Όντας έξυπνος ο Ρουμπής αραιώνει το σώμα του και αποφασίζει να κυκλώσει τα ταμπούρια των Ελλήνων, κυριεύοντας τη βρύση και τα πηγάδια του χωριού. Πράγματι το καταφέρνει. Οι Έλληνες αντιστέκονται με αποφασιστικότητα και σθένος. Ο Ρουμπής αποφασισμένος ρίχνει τότε όλες του τις δυνάμεις στη μάχη και αποκόπτει την επικοινωνία ανάμεσα στα ελληνικά ταμπούρια. Οι Έλληνες πλέον μάχονται με λύσσα αντιλαμβανόμενοι την σημασία να κρατήσουν τις θέσεις τους.  Ο Ρουμπής ζητάει ενισχύσεις από τον Κεχαγιάμπεη. Τη στιγμή εκείνη καταφτάνει ο Κολοκοτρώνης από το Χρυσοβίτσι με 700 άνδρες και πλαγιοκοπεί με επιτυχία τους Τούρκους. Ο Οθωμανός αξιωματικός βρίσκεται ανάμεσα σε δυο πυρά και είναι έτοιμος για υποχώρηση, αλλά την τελευταία στιγμή φθάνει η βοήθεια από τον Κεχαγιάμπεη. Ο Κολοκοτρώνης αμέσως προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες της μάχης και μοιράζει τους άντρες του στα δύο. Οι μισοί χτυπούν τις ενισχύσεις και οι άλλοι μισοί τον ίδιο. Πλέον η μάχη έχει πάρει πολύ άγρια τροπή καθώς τα Ελληνικά και Τουρκικά σώματα συγχέονται. Η προαιώνια έχθρα και το μίσος των δύο εθνών είναι έκδηλο. Το απόγευμα φτάνει ο Πλαπούτας με 800 άνδρες μαζί με τον  Δεληγιάννη και μπαίνουν στη μάχη σφυροκοπώντας τους Τούρκους από μπροστά, από πίσω και από τα πλάγια. Οι κλεισμένοι στα ταμπούρια χαιρετίζουν με ομοβροντίες την άφιξη των συμπολεμιστών τους. Ο Κεχαγιάμπεης στέλνει και νέες ενισχύσεις στον Ρουμπή και οι Τούρκοι κάνουν νέα επίθεση στα ταμπούρια, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να σπείρουν την Ελληνική γη με περισσότερα κουφάρια από το στράτευμά τους. Πεισμωμένοι οι Τούρκοι ρίχνουν με τα κανόνια, αλλά πολλές οβίδες πέφτουν στο σώμα του Ρουμπή είτε από ανωμαλίες του εδάφους είτε από κακό χειρισμό.

Ο Κολοκοτρώνης, από την ψηλότερη ράχη (που από τότε λέγεται «του Κολοκοτρώνη το βουνό») φωνάζει με τη βροντερή φωνή του, «Μπάρμπα  Μήτρο, βαστάτε γερά, έρχεται ο Κολοκοτρώνης με δέκα χιλιάδες,  έρχεται κι ο Πετρόμπεης μ’ όλους τους Μανιάτες. Έρχεται κι ο Κανέλλος. Βαστάτε και σας φέρνουμε απ’ όλα». Με το σούρουπο η μάχη συνεχίζεται πεισματικά και από τα δυο μέρη, χωρίς κανείς να αφήνει τις θέσεις του. Τη νύχτα ο Κολοκοτρώνης με μερικούς ψυχωμένους άντρες ενισχύει τους πολεμιστές στα ταμπούρια με τρόφιμα , πολεμοφόδια και αποχωρεί. Την επόμενη η μάχη ξαναρχίζει σφοδρή. Οι Τούρκοι ρίχνονται με μανία κατά των ταμπουριών, αλλά οι Έλληνες αντιστέκονται γενναία και αποκρούουν όλες τις τουρκικές επιθέσεις. Χρησιμοποιούν και πάλι το πυροβολικό τους, αλλά αποτυγχάνουν. Η πλέον που κρατά  23 ώρες φτάνει στο τέλος της. Ο Κεχαγιάμπεης βλέποντας ότι θα κυκλωθεί ο Ρουμπής δίνει το σύνθημα της γενικής υποχώρησης. Ο Κολοκοτρώνης διατάζει γενική αντεπίθεση, φωνάζοντας: «Έλληνες, οι Τούρκοι θα φύγουν, ριχτείτε επάνω τους». Με την επίθεση των Ελλήνων μαχητών, η αρχική υποχώρηση των τουρκικών δυνάμεων μετατράπηκε σε άτακτη φυγή. Μετά από 23 ώρες μάχης η νίκη των Ελλήνων ήταν περιφανής. Οι Τούρκοι υπέστησαν βαρύτατες απώλειες, 514 νεκρούς και πολλούς τραυματίες. Οι Έλληνες είχαν ελάχιστες – μόλις 7 νεκροί και λίγοι τραυματίες – ενώ κυρίευσαν πολλά τουφέκια που άφησαν οι Τούρκοι κατά τη φυγή τους. Με τα τουφέκια αυτά οπλίζονται 4.000 Έλληνες που θα αλώσουν την Τριπολιτσά. Οι Τούρκοι άφησαν ακόμα 4 πεδινά κανόνια, πολλά πολεμοφόδια και 18 σημαίες.

Η νίκη του Βαλτετσίου και η κατάληψη της Τριπολιτσάς πέρασε στη δημοτική μούσα με το τραγούδι:

«Τι έχεις, καημένε κόρακα, που σκούζεις και φωνάζεις;
Μήπως διψάς για αίματα, για τούρκικα κεφάλια;
Πέρασε από τα Τρίκορφα και σύρε στο Βαλτέτσι,
όπου είν’ ο τόπος δυνατός και δυνατά ταμπούρια,
εκεί θα βρεις τα αίματα, τα τούρκικα κεφάλια»