Με μαύρα γράμματα θα περάσει στην απανταχού ελληνική ιστορία η ημέρα της 10ης Μαΐου του 1956. Οι δύο αγωνιστές της ΕΟΚΑ, Μιχαήλ Καραολής και Ανδρέας Δημητρίου οι οποίοι είχαν καταδικαστεί σε θάνατο έξι μήνες νωρίτερα από την βρετανική διοίκηση, εκτελούνται δι’ απαγχονισμού από τους Άγγλους.

Μιχαήλ Καραολής

«Τα ελληνόπουλα δεν ξέρουν
μόνο πως πρέπει να ζουν.
Ξέρουν και πώς να πεθαίνουν
Kαι πως την πατρίδα να τιμούν»

Ο Μιχαήλ Καραολής γεννήθηκε το 1934 στο Παλαιχώρι Ορεινής. Τελείωσε το δημοτικό σχολείο του χωριού του και έπειτα αποφοίτησε από την Αγγλική Σχολή Λευκωσίας. Ήταν κυβερνητικός υπάλληλος και εργαζόταν στο Τμήμα Φόρου Εισοδήματος. Διακρινόταν για τη μόρφωσή του, την ευαισθησία του και την ευσέβειά του.

Στην ΕΟΚΑ εντάχθηκε πριν ακόμα αρχίσει και επίσημα ο απελευθερωτικός αγώνας (1η Απριλίου 1955). Πρόσφερε ποικίλες υπηρεσίες στον αγώνα, δουλεύοντας στο τμήμα πληροφοριών της Οργάνωσης, στη μεταφορά και απόκρυψη οπλισμού και αναλαμβάνοντας βομβιστικές επιθέσεις εναντίον του εχθρού σε καίρια σημεία της Λευκωσίας. Στη συνέχεια κατατάγηκε στην πρώτη ομάδα εκτελεστικού Λευκωσίας. Ως απόφοιτος της Αγγλικής Σχολής φρόντιζε να κάνει παρέες με αγγλόπαιδες, ώστε να μην κινεί σε κανέναν την υποψία ότι ήταν μέλος της ΕΟΚΑ.

Στις 28 Αυγούστου του 1955, μια ομάδα αγωνιστών, μεταξύ αυτών και ο Καραολής, εκτέλεσε στη Λευκωσία τον αστυνομικό και συνεργάτη των Άγγλων, Ηρόδοτο Πουλλή. Ο 22χρονος τότε Καραολής, κρύφτηκε για λίγες μέρες, ενώ αποφασίστηκε να φυγαδευτεί στα βουνά και να ενσωματωθεί με τις αντάρτικες ομάδες. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής του και ενώ κινούνταν στον Πενταδάκτυλο προκειμένου να συναντηθεί με την ομάδα του Αυξεντίου, μαζί με τον αγωνιστή Ανδρέα Χριστούδη, έπεσαν σε μπλόκο της Αστυνομίας κοντά στο χωριό Τζάος. Ο Χριστούδης κατάφερε να διαφύγει, όμως ο Καραολής συνελήφθη. Αμέσως από το Τζάος, μεταφέρθηκε στην Αμμόχωστο.

Ακολούθησε η δίκη του στο Έκτακτο Κακουργιοδικείο της Λευκωσίας, το οποίο και τον καταδίκασε σε θάνατο. Η καταδίκη του ήταν αποτέλεσμα δύο καταθέσεων Τούρκων ψευδομαρτύρων, αλλά και της φανερής προκατάληψης των Άγγλων δικαστών και του «δικηγόρου του Στέμματος», που δεν ήταν άλλος από τον γνωστό Ραούφ Ντενκτάς. Κατά το διάστημα της δίκης του Καραολή και μέχρι την καταδίκη του, τα τέλη Νοεμβρίου ʼ55, η ΕΟΚΑ κατέβαλε πολλές προσπάθειες για απόδρασή του από τις Κεντρικές Φυλακές. Ούτε αυτό πέτυχε, για διάφορους λόγους, για νʼ ακολουθήσει η απόρριψη της έφεσης του Καραολή και η απόρριψη της αίτησης των δικηγόρων του από το Ανακτοσυμβούλιο της Αγγλίας, τον Απρίλη του 1956. Με βάση αυτά, δυστυχώς για τον Καραολή, άλλος δρόμος δεν έμεινε παρά να μαρτυρήσει στην αγχόνη των αποικιοκρατών .

Ανδρέας Δημητρίου

Ο Ανδρέας Δημητρίου, γεννήθηκε το 1934 και καταγόταν από τον Άγιο Μάμα Λεμεσού. Η μόρφωση του περιοριζόταν σε εκείνη του δημοτικού.

Αποτελούσε στέλεχος της ΕΟΚΑ έχοντας πολυδιάστατη δράση ενώ διακρινόταν για το θάρρος του. Η πιο σημαντική του στιγμή, ήταν η οργάνωση και η συμμετοχή στην αρπαγή σημαντικού αριθμού όπλων από τις στρατιωτικές αποθήκες Αμμοχώστου, που ήταν και ο χώρος εργασίας του. Με κίνδυνο της ζωής του κατόρθωσε να ενισχύσει σημαντικά τον αγώνα σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο.

Στις 30 Ιανουαρίου του 1956, κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο για το φόνο ενός Άγγλου στην Αμμόχωστο.

Τα τελευταία του λόγια στο δικαστήριο ήταν τα εξής :

«Λυπάμαι που δε θα δω την Κύπρο μας ελεύθερη. Όμως δε με φοβίζει ο θάνατος, γιατί η ζωή είναι περιττή μέσα στην σκλαβιά. Γεια σας.»

Οι δύο ήρωες, ως μελοθάνατοι έζησαν μαρτυρικές μέρες. Οι Άγγλοι στρατιώτες που τους φρουρούσαν, διαρκώς τους δημιουργούσαν προβλήματα, προκαλούσαν θορύβους αφήνοντας τους για πολλές νύχτες άγρυπνους, τους έβριζαν και τους χλεύαζαν. Ο Δημητρίου, εκτός εαυτού, έστειλε γράμματα στον Άγγλο διευθυντή των φυλακών Λευκωσίας, αναφέροντάς του την απαράδεκτη συμπεριφορά των στρατιωτών. Σε καμία βέβαια περίπτωση δεν έλαβε κανείς υπόψη αυτές τις επιστολές, ούτε και η κατάσταση βελτιώθηκε.

Το ξημέρωμα της 10ης Μαΐου 1956, στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας οι κρατούμενοι αγωνιστές της ΕΟΚΑ δεν κοιμούνται. Υπάρχει αναταραχή εξαιτίας της επικείμενης εκτέλεσης. Μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα είχε διαδοθεί το μήνυμα από θάλαμο σε θάλαμο. Οι Άγγλοι στρατιώτες άνοιξαν το κελί του μελλοθανάτου και τον μεταφέρουν στην αγχόνη. Είναι ο Μιχαλάκης Καραολής. Πριν το μαρτύριο ο εξομολογήθηκε στον παπά της φυλακής, και μετά αγέρωχος προχώρησε στο ικρίωμα. Τα τελευταία του λόγια ήταν: «Εμένα δεν πρέπει να με λυπάστε, αφού εγώ δεν βρίσκω λόγο για να με κλαίω, ούτε οι συγγενείς μου πρέπει να με κλαίνε».

Την ώρα που άνοιξε η πόρτα και βγήκε για την εκτέλεση, όλο το κτήριο σείστηκε από τα συνθήματα και τον εθνικό ύμνο. Λίγο αργότερα η διαδικασία επαναλαμβάνεται. Νέα αγωνία, νέα συνθήματα. Αυτή την φορά το παλικάρι που οδηγείται στην αγχόνη λέγεται Ανδρέας Δημητρίου. Από τότε οι δυό τους αποτελούν αχώριστο δίδυμο στην ιστορική μνήμη και στην καρδιά των Νεοελλήνων.

Η οργάνωση απάντησε με σκληρά αντίποινα, εκτελώντας δύο Άγγλους στρατιώτες που είχαν απαχθεί και κρατούνταν ως όμηροι. Επίσης, σχεδιάστηκε επίθεση στον αστυνομικό σταθμό Παλαιχωρίου η οποία ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή, για να αποφευχθεί το μακελειό. Στην Ελλάδα, την προηγούμενη της εκτέλεσης, έγινε πρωτοφανούς έντασης διαδήλωση στο κέντρο της Αθήνας. Το πράγμα ξέφυγε από κάθε έλεγχο και σημειώθηκαν βίαιες συγκρούσεις μεταξύ αστυνομίας και διαδηλωτών που κατέληξαν στο θάνατο 4 ατόμων και στον τραυματισμό 200.