Η σωζόμενη νομοθεσία του Ιουστινιανού Α΄ (527-565) γνωστή ως Ιουστινιάνειος Κώδικας (Corpus Iuris Civilis) αποτελεί στην πραγματικότητα την δεύτερη έκδοση της κωδικοποίησης του Ιουστινιανού Α΄, για την οποία εκδόθηκε διαταγἠ το 528, και τέθηκε σε ισχύ το 529. Η νέα έκδοση χρονολογείται λίγα χρόνια αργότερα, το 534 και είναι έργο του κοιαίστορα Τριβωνιανού με τη βοήθεια τεσσάρων ακόμα νομομαθών.

Η δημοσίευση ήδη της πρώτης κωδικοποίησης του 528 συνοδεύτηκε από κατάργηση με νόμο του Ιουστινιανού Α΄ κάθε προηγούμενης διάταξης η οποία δεν κρίθηκε αρκετά «σύγχρονη» ώστε να συμπεριληφθεί στον νέο Κώδικα, με την εξαίρεση των «τύπων πραγματικῶν» (pragmaticae sanctio), που περιείχαν προνόμια. Ο Κώδικας, τουλάχιστον στην πρώτη του μορφή, δεν αποτέλεσε νέα νομοθεσία, αλλά συστηματοποίησε την παλαιά, γεγονός που πολύ σύντομα κατέδειξε τις αδυναμίες, αντιφάσεις και ελλείψεις, που οδήγησαν στην κατάρτιση του δεύτερου Κώδικα του 534, όπου φαίνεται (σύμφωνα με ενδείξεις που δείχνουν κάποια σωζόμενα σπαράγματα μόνο του πρώτου Κώδικα) ότι έγινε ριζική αναθεώρηση σε κάποια τουλάχιστον τμήματα –για παράδειγμα οι διατάξεις που ρυθμίζουν την εκκλησιαστική διοίκηση και αφορούν τον μοναχικό βίο αποτελούν συνολικές προσθήκες στον Κώδικα του 534.

Η κωδικοποίηση του Ιουστινιανού Α΄ αποτελείται από τρία μέρη: ο Κώδικας (Codex Justinianus) στηρίχθηκε κυρίως στον Κώδικα του Θεοδοσίου Β΄ (Codex Theodosianus) στον Γρηγοριανό και στον Ερμογενειανό Κώδικα και περιλαμβάνει νόμους που εκδόθηκαν μεταξύ των ετών 195 ως 534. Η ύλη κατατάχθηκε σε δώδεκα βιβλία, και το κάθε βιβλίο σε τίτλους, υπό τους οποίους κατατάχθηκαν οι νομικές διατάξεις σε θεματική συνάφεια και χρονολογική συνέχεια. Ο Πανδέκτης (Digesta) αποτελεί στην ουσία ανθολόγιο της νομικής φιλολογίας μεταξύ των ετών 100 π. Χ. και 250 μ. Χ. και τέθηκε σε ισχύ τον Δεκέμβριο του 533. Σε αυτό το έργο γνωμοδοτήσεις και σχόλια των νομομαθών της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας παραθέτονται επεξεργασμένα αλλά με αναγραφή του συγγραφέα και του έργου από το οποίο προέρχονται, σε πενήντα βιβλία που χωρίζονται σε επιμέρους τίτλους και αποσπάσματα (digesta). Τέλος, οι Εισηγήσεις (Institutiones) είναι ένα διδακτικό βοήθημα για τους φοιτητές του δικαίου, σε τέσσερα βιβλία. Και τα τρία μέρη της Κωδικοποίησης είναι γραμμένα στη λατινική γλώσσα, με την εξαίρεση λίγων διατάξεων του Κώδικα που χρονολογούνται στην εποχή του Ιουστινιανού. Ωστόσο, η νομοθετική δραστηριότητα του αυτοκράτορα με την έκδοση Νεαρών (νέων νόμων) ήταν συνεχής, τόσο πριν, όσο και μετά την τελική έκδοση του Κώδικα.

Αν και δεν έχει σωθεί επίσημο corpus των Νεαρών, η λεγόμενη Συλλογή των 168 Νεαρών, μία ιδιωτική συλλογή, συγκεντρώνει τους νόμους που εξέδωσε χωριστά ο Ιουστινιανός Α΄ κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης βασιλείας του, οι οποίοι αφορούν τη διοίκηση, κεντρική και περιφερειακή, και τον τρόπο λειτουργίας της (αρμοδιότητες/εξουσίες των αξιωματούχων, απονομή δικαιοσύνης/δικαστήρια/δικαιοπραξίες, οικονομία, διοικητικές μεταρρυθμίσεις), το ιδιωτικό δίκαιο (ατόμων/οικογενειακό και κληρονομικό δίκαιο) και την Εκκλησία. Σε αντίθεση με τα άλλα τρία μέρη της κωδικοποίησης, οι Νεαρές σώζονται ως επί το πλείστον στην ελληνική γλώσσα, είναι όmως πιθανόν ότι εκδόθηκαν –τουλάχιστον κάποιες από αυτές, αν όχι όλες- και στην λατινική.

Η σημασία του Corpus Iuris Civilis είναι ανεκτίμητη. Ο Ιουστινιανός Α΄ συνδύασε την συστηματοποίηση της ισχύουσας νομοθεσίας, την εφαρμογή του νόμου και την απονομή της δικαιοσύνης με την αναδιοργάνωση του συστήματος απονομής δικαιοσύνης γενικότερα και της διδασκαλίας του δικαίου ειδικότερα που τέθηκε επίσης σε συστηματική βάση (αποκλειστικά με τη διδασκαλία των τριών μερών του Corpus, ξεκινώντας από τις Εισηγήσεις), διευκολύνοντας την εις βάθος διερεύνηση, αφομοίωση και χρήση του νόμου. Αυτές οι διαπιστώσεις ισχύουν ήδη για την εποχή του Ιουστινιανού Α΄ αλλά και για την εποχή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας γενικότερα, εφόσον και τα Βασιλικά ακολούθησαν την κωδικοποίηση του 6ου αι. Το σημαντικότερο είναι ότι η κωδικοποίηση υπήρξε συνολικά ένα γιγάντιο βήμα προς τη δημιουργία ενός κράτους δικαίου.

Με σαφήνεια ο Ιουστινιανός Α΄ διακηρύττει ότι η μοναδική πηγή εκπόρευσης και ερμηνείας του δικαίου είναι στο εξής η αυτοκρατορική εξουσία. Έτσι, η απονομή της δικαιοσύνης δεν απορρέει από το έθιμο ούτε από την αυθαιρεσία των προσώπων (αξιωματούχων, αρχόντων, δυναστών και άλλων, προς αυτή την κατεύθυνση σημαντικότατη είναι και η συμβολή της Ἐκλογῆς) αλλά από την κεντρική εξουσία, εξασφαλίζοντας έτσι την ομοιόμορφη εφαρμογή των νόμων στην επικράτεια και την τήρησή τους από τους αξιωματούχους οι οποίοι ήταν επιφορτισμένοι να απονέμουν δικαιοσύνη. Το Corpus δεν έχει όμως σημασία μόνο για τη θεμελίωση του Βυζαντινού κράτους, αλλά αποτέλεσε και θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται το σύγχρονο αστικό δίκαιο σε πολλές χώρες της Ευρώπης, συνεπώς συνολικά αποτιμώμενη, η σημασία της κωδικοποίησης ξεπερνά κατά πολύ τον χώρο και το χρόνο της δημιουργίας της.