Τον Νοέμβριο του 1940, η εισβολή των Ιταλών στην Ελλάδα, έχει μετατραπεί σε «Βατερλώ», αφού ο Ελληνικός Στρατός, τους έ­χει εκδιώξει μέχρι και 50 χιλιόμετρα πέραν των συνόρων, στο εσωτερικό της Βορείου Ηπείρου.

Ο Μουσολίνι, φέρει βαρέως – και δικαίως – την εξέλιξη αυτή και προ- κειμένου να απαλείψει την αρνητική εικόνα τόσο στο εσωτερικό της χώ­ρας του, όσο και στα μάτια του συμμάχου του Αδόλφου Χίτλερ, αρχί­ζει να προετοιμάζει την μεγάλη Εαρινή Επίθεση, με το κωδικό όνομα: «Primavera» (Άνοιξη). Τόση σημασία έδινε ο Ντούτσε στην προετοιμα­σία της επιχειρήσεως, ώστε επέβλεψε προσωπικώς των εργασιών.

Οι προπαρασκευές αρχίζουν με την αντικατάσταση του μέχρι τότε Αρχιστρατήγου του Θεάτρου Επι­χειρήσεων Αλβανίας, Στρατηγού Ουμπάλντο Σοντού με τον Αρχηγό του ΓΕΣ Καμπαλλέρο.

Στην συνέχεια και μέχρι τέλους Φεβρουαρίου, μετεφέρθησαν στην Βόρειο Ήπειρο, 10 νέες ιταλικές με­ραρχίες, με ταυτόχρονη άφιξη χι­λιάδων τόνων εφοδίων, πυρομαχικών, αυτοκινήτων και μέσων πυρός, ενώ ο Μουσολίνι με διαταγή του, προέτρεψε τους πάντες να καταταγούν στον Στρατό. Στην πρό­σκληση αυτή ανταποκρίθηκαν ακόμη και υπουργοί του, 5 από τους οποίους κατατάσσονται. Ανάμεσά τους και ο γαμπρός του, Γκαλεάτσο Τσιάνο.

Οι συνολικές δυνάμεις ήταν 25 Μεραρχίες, 3 Συντάγματα Ιππικού, 4 Συντάγματα Βερσαλλιέρων, 1 Σύ­νταγμα Γρεναδιέρων και αριθμός ταγμάτων Μελανοχιτώνων. Ο Μου­σολίνι σχεδίαζε να έχει ολοκληρώ­σει την κατάκτηση της Ελλάδος και της Γιουγκοσλαβίας, μέχρι τέλους Μαρτίου του 1941, ώστε να μη χρειασθεί να αποστείλει ο Χίτλερ για τον σκοπό αυτό τις Μεραρχίες του, καθυστερώντας έτσι την προς Σοβιετική Ένωση ενέργειά του.

Το Σχέδιο Ενεργείας των Ιταλών είχε, περιέργως, περιορισμένες επι­διώξεις, αφού προέβλεπε ως τελι­κό Αντικειμενικό Σκοπό τα Ιωάννι­να, η δε Ζώνη Ενεργείας του, πε­ριοριζόταν μεταξύ των ποταμών Α­ώου και Άψου. Για τον σκοπό αυτό οι Ιταλοί διέθεσαν, υπό τον Στρατη­γό Τσελόζο, συνολικώς 10 Μεραρχίες με 2 εφεδρικές, ενώ το έναντι της Ελληνικό Β’ ΣΣ (Διοικητής Αντι­στράτηγος Μπάκος Γεώργιος) διέ­θετε 4 Μεραρχίες (+1 εφεδρική).

Η Ελληνική Στρατιωτική ηγεσία, αντιληφθείσα εγκαίρως τις ιταλι­κές προπαρασκευές είχε προετοιμασθεί καταλλήλως.

Το Ύψωμα 731, ευρίσκεται πε­ρί τα 15 χιλιόμετρα βορείως της ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ, στην Κοιλάδα του ποταμού ΑΨΟΥ. Η κοιλάδα αυτή αποτελεί κατεύθυνση επιθετικής ενεργείας από Βορρά προς Νότο και αντιστρόφως, πράγμα που εκ­μεταλλεύτηκαν οι Ιταλοί κατά την εισβολή τους στην ΕΛΛΑΔΑ την 28η Οκτωβρίου του 1940.

Το 731, ως δεσπόζον στην τοπο­θεσία, αποτελεί κλειδί, διότι ο κατέχων αυτό απαγορεύει την οδό Βεράτι-Κλεισούρα-Διάβαση Μολυβδοσκέπαστου-Ιωάννινα. Άρα ένας σοβαρός Άξονας Επιθέσεως, έχει χαθεί.

Ο ποταμός Αώος κατά την χειμε­ρινή περίοδο και την άνοιξη αποτε­λεί κώλυμα, το οποίο καθίσταται βατό μόνο εφόσον ζευχθεί με γέφυ­ρες.

731

Το πρωί της 9ης Μαρτίου του 1941, ο Μουσολίνι ανεβαίνει στο παρατηρητήριό του, στο Ύψωμα Κόμαριτ, για να παρακολουθήσει την επίθεση.

Πάνω από 400 πυροβόλα και περισσότεροι από 600 σωλήνες όλ­μων διαφόρων διαμετρημάτων, ισοπεδώνουν τα πάντα. Τριακόσια και πλέον αεροσκάφη, με τις συνε­χείς εφόδους τους, ολοκληρώνουν την εφιαλτική εικόνα. Όμως, παρά τον καταιγισμό του πρωτοφανούς σε όγκο πυρός, οι Έλληνες μαχητές ανθίστανται με σθένος.

Ο Διοικητής της 1ης Μεραρχίας, Στρατηγός Βραχνός, που παρακο­λουθεί από το παρατηρητήριό του την εξέλιξη της Ιταλικής επιθέσεως θα πει: «Εφόσον υπάρχουν ζωντα­νοί Έλληνες που χειρίζονται τα όπλα, η τοποθεσία δεν θα πέσει», ενώ ο Διοικητής του Υποτομέως Σχης Θεμ. Κετσέας διατάζει: «Τη­ρήσατε θέσεις σας μέχρις εσχά­των».

Ο Διοικητής του Τάγματος που ευρίσκεται πάνω στο Ύψωμα 731 Τχης Κασλάς Δημήτριος περιγρά­φει: «Την 06:30 ώραν ήρξατο τρο­μακτικόν και καταιγιστικόν πυρ εχθρικού πυροβολικού και όλμων. 400 πυροβόλα παντός διαμετρήμα­τος εξεμούσαν πυρ και σίδηρον εφ’ ολοκλήρου του μετώπου της 1ης Μεραρχίας, καθ’ όλον το πλάτος και βάθος…Περί την07:30 ώραν ο Σχης Θεμ. Κετσέας μοι διεβίβασεν την εξής διαταγήν: «Επί των θέσεών σας θα αμυνθείτε μέχρις εσχά­των. Η Πατρίς και η Ανωτάτη Διοί­κηση απαιτεί να κρατήσετε υψη­λά την τιμήν των όπλων. Του απήντησα: «Οτιδήποτε και αν συμβεί δε θα εγκατολείψωμεν το Ύψωμα 731 και έχω την πεποίθηση ότι δεν θα περάσουν οι Ιταλοί». Έκτοτε, συνεχίζει ο Τχης Κασλάς, η επικοι­νωνία διεκόπη…».

Ο Στρατιώτης Δημήτριος Μπόμπος αφηγείται: «Κατά τις 10 το πρωί βγήκα από το όρυγμα που εί­χα σκάψει και κίνησα να βρω τον Τχη Κασλά Δημήτριο που ήμουν όλο τον καιρό ο σύνδεσμος Λόχου – Τάγματος. Αυτό που αντίκρισα πά­γωσα. Τα δέντρα είχαν κοπεί όλα και η γη ήτο όλο κρατήρες και βόμ­βες. Πολλοί ήταν σκοτωμένοι. Είδα μια χλαίνη και το στομάχι του στρα­τιώτη…»

Ο Έφεδρος Υπολοχαγός και μετέπειτα Πρόεδρος της Βουλής Ισα­άκ Λαυρεντίδης, λέγει απευθυνόμε­νος στους άνδρες του: «Ένα βήμα πίσω, ο τάφος της ΕΛΛΑΔΟΣ». Ήταν η εποχή που οι επίδοξοι πολι­τικοί πολεμούσαν στην πρώτη γραμμή και δεν «λούφαζαν» στα γραφεία της Πλατείας Κλαυθμώνος, όταν δεν φρόντιζαν να πά­ρουν απαλλαγή.

Ο Αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος και ο Βασιλεύς Γεώργιος ο Β’ εκδίδουν Ημερήσιες Διαταγές με τις οποίες εξαίρουν τον ηρωισμό των μαχητών.

Οι μάχες στην περιοχή, διήρκεσαν από την 9η Μαρτίου μέχρι την 14η Απριλίου του 1941, δηλαδή συνολικώς 38 ημέρες. Η πλέον έντονη φάση διήρκεσε από τις 9 μέχρι τις 25 Μαρτίου, οπότε το Ύψωμα 731 δέχθηκε 20 επιθέσεις.

Υπενθυμίζεται ότι οι Γερμανοί ει­σέβαλαν στην Ελλάδα, στον Τομέα της Κεντρικής Μακεδονίας την 6η Απριλίου. Συνεπώς, η άμυνα στην περιοχή που βρισκόμαστε, συνεχιζόταν αφού οι Γερμανοί είχαν προ­σβάλλει τα Οχυρά της Γραμμής Μεταξά. Αυτό έγινε διότι η Ελληνι­κή Στρατιωτική Ηγεσία αφενός μεν φοβόταν ότι εσπευσμένη σύμπτυ­ξη των εξ Αλβανίας Μονάδων θα επέφερε αποσύνθεση αυτών, αφε­τέρου δε ήλπιζε σε καλύτερη μετα­χείριση από τα Γερμανικά παρά από τα Ιταλικά Στρατεύματα.

Πράγματι ,οι εκτιμήσεις της Ελ­ληνικής Στρατιωτικής ηγεσίας δι­καιώθηκαν, αφού με απόφαση του ιδίου του Χίτλερ τα Ελληνικά Στρα­τεύματα δεν οδηγήθηκαν στην αιχμαλωσία, πράγμα που ήταν αμφίβολο ότι θα αποφάσιζε ο Μουσο­λίνι.

Σε καιρούς που οι καταστροφές βαφτίζονται σε συνωστισμούς. Σε καιρούς που την Ελληνική Κοινή Γνώμη, ελάχιστα απασχολούν τα Εθνικά θέματα, διότι θα πρέπει πρώτα να τακτοποιηθούν τα θέμα­τα των περιέργων παρά φύσει συμ­βιώσεων και να εξασφαλισθεί το παντεσπάνι των λαθρομετανα­στών. Σ’ αυτές τις δύσκολες εποχές της Παγκοσμιοποιήσεως και της ισοπεδώσεως των πάντων, έπη όπως αυτό του Υψώματος 731, θα στέκουν εμπόδια στις ορέξεις των ολετήρων και των προδοτών του Έθνους μας.

Χ.Μ.