Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους το 1453 μ.Χ. ακολουθείται από μαγευτικούς θρύλους και μύθους της Παράδοσής μας, οι οποίοι διατηρούν ολοζώντανη τη μνήμη της Βασιλεύουσας και ανατριχιάζουν τον αναγνώστη. Οι περισσότεροι θρύλοι μοιάζουν στο ότι ο Χρόνος δείχνει να σταμάτησε την ώρα που η Πόλη κατακτήθηκε από τους Τούρκους· χαρακτηριστικό το ότι σύμφωνα με την Παράδοση, τα «ποτάμια σταμάτησαν να κυλάνε». Ξεχωριστός για το ηρωικό του περιεχόμενο, ο θρύλος του Μαρμαρωμένου Βασιλιά: Όταν ο τελευταίος Αυτοκράτορας της Βασιλεύουσας, Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος περικυκλώθηκε από τους Τούρκους, κατά τις τελευταίες του στιγμές, Άγγελος Κυρίου τον μαρμάρωσε και τον έκρυψε σε μυστική σπηλιά. Όταν έρθει η Ώρα, το «πλήρωμα του Χρόνου», Άγγελος θα τον ξανασηκώσει και θα του δώσει το Σπαθί του, για να διώξει τον Τούρκο και να τον κυνηγήσει μέχρι την «Κόκκινη Μηλιά». Θα μπει στην Πόλη από τη Χρυσόπορτα και στη μάχη που θα ακολουθήσει, κατά την Παράδοση, οι Τούρκοι θα νικηθούν και «θα κολυμπήσει το μοσχάρι στο αίμα τους». Η «Κόκκινη Μηλιά» είναι, από λαογραφική άποψη, μια μυθολογική, ακαθόριστη γεωγραφικά τοποθεσία, όπου θα εκτοπιστούν οι Τούρκοι όταν οι Έλληνες κατακτήσουν και πάλι την Κωνσταντινούπολη. Κατά μία άλλη εκδοχή, αυτή του Ν.Γ. Πολίτη, η Κόκκινη Μηλιά είναι το «Μονοδένδριον» του Βυζαντίου που βρίσκεται στα σύνορα με την Περσία.

Υπάρχει επίσης ο μύθος της ολόχρυσης Αγίας Τράπεζας. Πάνω της κρέμονταν 30 στέμματα των Αυτοκρατόρων της Βασιλεύουσας, αριθμός που λέγεται ότι συμβόλιζε τα τριάκοντα αργύρια του Ιούδα, για θύμηση στους πιστούς. Σύμφωνα με την Παράδοση λοιπόν, προτού ο Μωάμεθ Β’ καταλάβει τη Βασιλεύουσα, ο Παλαιολόγος διέταξε να μεταφερθούν η Αγία Τράπεζα και όλα τα ιερά κειμήλια της Αγίας Σοφίας, σε ασφαλή τόπο μακριά από την υπό πολιορκία Πόλη. Τότε, τρία Ενετικά καράβια ξεκίνησαν από την Πόλη γεμάτα με τα κειμήλια, όμως σύμφωνα με τον θρύλο το τρίτο από αυτά, αυτό που μετέφερε την Αγία Τράπεζα, βυθίστηκε στα νερά του Βοσπόρου, στην περιοχή του Μαρμαρά. Μάλιστα η Παράδοση λέει ότι τα νερά του Μαρμαρά σε εκείνο το σημείο είναι έκτοτε πάντα ήρεμα και γαλήνια, ανεξαρτήτων των καιρικών φαινομένων.

Ένας άλλος θρύλος είναι αυτούς του παπά στην Αγιά Σοφιά. Σύμφωνα με την Παράδοση λοιπόν, ο παπάς, όταν εισέβαλαν οι Τούρκοι, διέκοψε τη λειτουργία και κρύφτηκε στο ιερό. Στο σημείο της εισόδου του όμως το άνοιγμα πέτρωσε και δεν μπόρεσαν να εισέλθουν οι Τούρκοι, ούτε να το σπάσουν έκτοτε. Ο θρύλος λέει πως όταν Πόλη ξαναγίνει ελληνική, ο παπάς θα εξέλθει από το ιερό και θα ολοκληρώσει την ημιτελή λειτουργία του.

Πλούσια η ελληνική παράδοση σε άσματα δημιουργημένα για την τίμηση των πεσόντων Ηρώων της Πόλης και την ανύψωση του ηθικού του ελληνισμού σε καιρούς αγώνα και εθνικής επιβίωσης. Σύμφωνα με τον μύθο, όταν έπεσε η Πόλη στα χέρια των Τούρκων, ένα πουλί ανέλαβε το μήνυμα με τα μαντάτα προς Τραπεζούντα. Μόλις έφτασε εκεί, άφησε το μήνυμα στην Αγία Τράπεζα της Μητρόπολης όπου λειτουργούσε ο Πατριάρχης, όμως κανείς δεν τόλμησε να το διαβάσει. Τότε ο υιός μιας χήρας το άνοιξε και το διάβασε: «Πάρθεν η Πόλη, Πάρθεν η Ρωμανία.»

«Πάρθεν η Ρωμανία» (Δημοτικό τραγούδι του Πόντου):

Ἕναν πουλίν, καλὸν πουλὶν ἐβγαίν᾿ ἀπὸ τὴν Πόλιν,

οὐδὲ στ᾿ ἀμπέλια κόνεψεν οὐδὲ στὰ περιβόλιαν,

ἐπῆγεν καί-ν ἐκόνεψεν ἅ σου Ἠλί᾿ τὸν κάστρον.

Ἐσεῖξεν τ᾿ ἕναν τὸ φτερὸν σὸ αἷμα βουτεμένον,

ἐσεῖξεν τ᾿ ἄλλο τὸ φτερόν, χαρτὶν ἔχει γραμμένον,

Ἀτὸ κανεὶς κι ἀνέγνωσεν, οὐδ᾿ ὁ μητροπολίτης

ἕναν παιδίν, καλὸν παιδίν, ἔρχεται κι ἀναγνώθει.

Σίτ᾿ ἀναγνῶθ᾿ σίτε κλαίγει, σίτε κρούει τὴν καρδίαν.

«Ἀλὶ ἐμᾶς καὶ βάι ἐμᾶς, πάρθεν ἡ Ρωμανία!»

Μοιρολογοῦν τὰ ἐκκλησιάς, κλαῖγνε τὰ μοναστήρια

κι ὁ Γιάννες ὁ Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται,

-Μὴ κλαῖς, μὴ κλαῖς Ἅϊ-Γιάννε μου, καὶ δερνοκοπισκᾶσαι

-Ἡ Ρωμανία πέρασε, ἡ Ρωμανία ῾πάρθεν.

-Ἡ Ρωμανία κι ἂν πέρασεν, ἀνθεῖ καὶ φέρει κι ἄλλον.