Ο παρολίγον εμβολισμός σκάφους του λιμενικού σώματος από τουρκική ακταιωρό και όσα επακολούθησαν αυτού του συμβάντος, αποδεικνύουν με τον πλέον επώδυνο τρόπο πως όσο ταχύτερα επιτευχθεί και επέλθει το γκρέμισμα του αντεθνικού, μεταπολιτευτικού Καθεστώτος, τόσο θα περιοριστούν οι ζημίες των εθνικών μας συμφερόντων και η ταπείνωση, στα όρια του εξευτελισμού, της Πατρίδος και του Λαού μας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου αντιμετώπισε την ξαφνική κρίση των Ιμίων, με αφορμή την απόπειρα τουρκικού σκάφους να εμβολίσει ελληνικό στην περιοχή των βραχονησίδων. Στην καθυστερημένη -ίσα με 15 ώρες- ελληνική αντίδραση, το τουρκικό ΥΠΕΞ απάντησε με ανακοίνωση στην οποία χαρακτηρίζει τα Ίμια έδαφος της τουρκικής επικράτειας. Η κυβέρνηση-τσίρκο των Αθηνών, ανταπάντησε με χιουμοριστική διάθεση στην επίδειξη της τουρκικής προκλητικότητας: «η Τουρκία, μαζί με το μέτρο, έχει χάσει και τον κοινό νου. Εκτός από το να παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, αποδεικνύει ότι δεν γνωρίζει ούτε γεωγραφία»…

Την ώρα που εξελισσόταν αυτό το θέατρο από ελληνικής πλευράς, η Τουρκία έστελνε πολεμικά σκάφη να περικυκλώσουν τις βραχονησίδες. Ο υπουργός Άμυνας της κυβέρνησης Σύριζα-ΑΝΕΛ, ο οποίος προσφάτως απειλούσε με τσάκισμα όποιον αμφισβητούσε την ελληνική εθνική κυριαρχία, έσπευσε να κλαφτεί στο ΝΑΤΟ και στους Αμερικανούς. Αλλά ποιος μπορεί να ασχοληθεί στα σοβαρά με κακομοίρηδες; Αναμενόμενη η πολιτική ίσων αποστάσεων από τους «εταίρους» μας στην ατλαντική συμμαχία και στην Ε.Ε.: «βρείτε τα με τους Τούρκους».

Μόλις δυο μήνες πριν, η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου υποδεχόταν μετά βαΐων και κλάδων τον Ερντογάν στην Αθήνα, ισχυριζόμενη μετά κομπασμού πως ήταν άκρως επιτυχημένη και πως συνέβαλε στην διαμόρφωση ενός κλίματος φιλίας και συνεργασίας μεταξύ των δύο πλευρών, αντίθετα με όσα διατείνονταν οι «πολεμοκάπηλοι του εθνικισμού»…

Τα ανωτέρω επισημάνθηκαν για να κατανοήσει ο καθένας πως δεν είναι στραβός ο γιαλός, αλλά οι πολιτικές ηγεσίες της χώρας στραβά αρμενίζουν. Ακόμη χειρότερο είναι το γεγονός ότι όσο και να διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα οι κυβερνώντες και το «δημοκρατικό» μέτωπο εν γένει, όσο και να επιχειρούν να κρύψουν τα υπαρκτά ζητήματα κάτω από το χαλί, αυτά έρχονται στην επιφάνεια και αναδεικνύονται ζωηρά όταν ο αντίπαλος το επιλέξει. Η Τουρκία, λοιπόν, διακρίνει μια τεράστια ευκαιρία επιβολής της θέλησης και των επιδιώξεών της στην παρούσα χρονική συγκυρία και αναλόγως δρα. Το ερώτημα, βεβαίως, είναι κατά πόσο δύναται η Ελλάς να αντιδράσει, προστατεύοντας και προασπίζοντας τα κυριαρχικά της δικαιώματα, τα οποία τίθενται ευθέως υπό πλήρη αμφισβήτηση.

Πολλοί «δημοκράτες» θα βγουν και θα κατηγορήσουν τη σημερινή κυβέρνηση για αδυναμία και ανικανότητα που πλήττει καίρια τα εθνικά συμφέροντα. Ψεύδονται. Διότι η σημερινή κυβέρνηση δεν ακολουθεί πολιτική διαφορετική από κείνη των προκατόχων της, απλώς το πράττει με μεγαλύτερη ένταση. Στην πραγματικότητα, άλλωστε, τις θέσεις της κυβέρνησης Σύριζα-ΑΝΕΛ επί του συνόλου των εθνικών θεμάτων ασπάζονται και υιοθετούν όλα τα κόμματα του «δημοκρατικού» τόξου, είτε αυτά αφορούν το Μακεδονικό είτε αφορούν τα ελληνοτουρκικά. Η εθνικά καταστροφική οπτική και δράση τόσο της σημερινής, όσο και των προηγούμενων κυβερνήσεων δεν είναι θέμα αδυναμίας ή ανικανότητας, αλλά ξεκάθαρα ζήτημα πεποίθησης.

Να είστε βέβαιοι πως αν ο οποιοσδήποτε αμφισβητούσε ή διεκδικούσε μέρος της περιουσίας των πολιτικών ταγών του τόπου, εκείνοι θα χρησιμοποιούσαν κάθε δυνατό μέσο προκειμένου να διαφυλάξουν τα κεκτημένα τους. Δεν συμβαίνει φυσικά το ίδιο όταν αντίστοιχες αμφισβητήσεις και διεκδικήσεις εγείρονται επί των εθνικών μας κυριαρχικών δικαιωμάτων. Τότε, οι ηγεσίες του «δημοκρατικού» μετώπου όχι μόνον παρουσιάζονται ανοιχτές σε διαπραγματεύσεις, αλλά εμφανίζονται και εξόχως πρόθυμες να υποχωρήσουν μέχρι του σημείου όπου θα ικανοποιηθεί η άλλη πλευρά. Το συμπέρασμα είναι οδυνηρό. μα πέρα ως πέρα ειλικρινές: οι πολιτικές ηγεσίες δεν εργάζονται για την εξυπηρέτηση του εθνικού συμφέροντος, αλλά για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ξένων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα των ημερών ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης, ο οποίος και συντάχθηκε ανοιχτά με τους Σλάβους των Σκοπίων, εγείροντας ζήτημα αλλαγής του ονόματος του αεροδρομίου και των ΚΤΕΛ της πόλης του, για να μη θίγονται οι σκοπιανοί. Φανταστείτε, λοιπόν, μια σκοπιανική επιχείρηση παραγωγής οίνου, να βάφτιζε το προϊόν της «οίνος Μπουτάρη», να το πωλούσε στην αγορά. Υπάρχει έστω κι ένας άνθρωπος ο οποίος θεωρεί ότι ο κύριος Μπουτάρης θα αποδεχόταν μια τέτοια κατάσταση, υποστηρίζοντας πως αφού η σκοπιανική επιχείρηση αναγνωρίζεται από μια σειρά πελατών στην αγορά έχει χαθεί η μάχη του ονόματος και πρέπει να επιτρέψει την παραχώρησή του; Ούτε κατά διάνοια! Δείτε, όμως, με πόση ευκολία απαιτεί να παραχωρήσουμε το όνομα της Μακεδονίας στους σκοπιανούς φίλους του. Τα ίδια ακριβώς ισχύουν και για τους εκπροσώπους της κεντρικής πολιτικής σκηνής, στην κυβέρνηση, στην αξιωματική αντιπολίτευση και στις λοιπές κλεπτοκρατικές και αντεθνικές δυνάμεις που αυτοπροσδιορίζονται ως «δημοκρατικές».

Επανερχόμαστε όμως στα ελληνοτουρκικά. Επί σειρά δεκαετιών καλλιεργήθηκε συστηματικά στην ελληνική κοινή γνώμη, πως οι μεταξύ των χωρών εντάσεις οφείλονταν στους επιμέρους εθνικισμούς. Κακός, λοιπόν, ο ελληνικός εθνικισμός μα δίχως αυτόν οι εντάσεις θα εκλείψουν και θα έρθει μια περίοδος ειρήνης, συνεργασίας και συναδέλφωσης. Αναμφισβήτητα, ο ελληνικός εθνικισμός δεν είχε καμία θέση στην πολιτική σκηνή του τόπου από το 1974 και μέχρι το 2012, πολλώ δε μάλλον σε επίπεδο εξουσίας. Οι εντάσεις όχι μόνο δεν έλειψαν, αλλά κορυφώθηκαν. «Μήπως φταίει ο τουρκικός εθνικισμός;», θα ρωτήσει κάποιος. Μα οι «δημοκράτες» των Αθηνών, θα αντιτείνουμε εμείς οι Εθνικιστές, υποδέχτηκαν ως όμοιο τους τον Ταγίπ Ερντογάν, υπερθεματίζοντας μάλιστα τα βήματα προόδου της τουρκικής δημοκρατίας, την οποία η ελληνική πλευρά επιδιώκει μετά ιδιαιτέρου ζήλου να εντάξει στην «ευρωπαϊκή οικογένεια».

Συμπέρασμα: μόνον ο Ελληνικός Εθνικισμός δύναται σήμερα να απομπλέξει την Πατρίδα από τα αδιέξοδα στα οποία το μεταπολιτευτικό Καθεστώς την έχει οδηγήσει, αδιέξοδα τα οποία σε κάθε περίπτωση προκαλούν ανυπολόγιστη εθνική καταστροφή σε όλα τα επίπεδα. Προπαντός, όμως, μόνον ο Ελληνικός Εθνικισμός είναι σήμερα ικανός να αγωνιστεί για την Τιμή και την Αξιοπρέπεια ενός ολόκληρου Λαού, τον οποίο οι «δημοκρατικές» ηγεσίες σύρουν συνειδητά προς την ταπείνωση, την εξαθλίωση και αναπόφευκτα στον αφανισμό.

Μόνο τυχαίο δεν είναι ως εκ τούτου, το σύνθημα της Χρυσής Αυγής «Θέλουμε την Πατρίδα μας πίσω». Θες την Πατρίδα σου Ελληνικέ Λαέ; Πάψε να κλαψουρίζεις και μοιρολατρικά να αναμένεις τα χειρότερα. Έμπα μέσα και πάρ’ την, το Κίνημα των Ελλήνων Εθνικιστών σε περιμένει για να χτίσουμε μαζί ένα Κράτος από Έλληνες, με τους Έλληνες, για τους Έλληνες!

Ευάγγελος Καρακώστας