Η πορεία της χώρας κατά τα δύο τελευταία έτη, εξαιρουμένου του τομέα της οικονομίας, που παρουσιάζει ταυτόσημες κατευθύνσεις με αυτές που του προσέδωσαν οι παρελθοντικές μνημονιακές κυβερνήσεις, δημιουργεί ένα κενό ανάμεσα στον «συντηρητισμό του χθες» και την «προοδευτικότητα του σήμερα». Με τις έννοιες αυτές η αριστερά σηματοδοτεί και τοποθετεί τον εαυτό της εντός της εγχώριας πολιτικής σκακιέρας, υπονοώντας ότι το μεγαλύτερο απόθεμα «ηθικού πλεονεκτήματος» που διαθέτει το οφείλει στην τόλμη της να προβεί σε ρηξικέλευθες μεταρρυθμίσεις, σε βαθιές τομές και σε εκσυγχρονιστικές πρακτικές, που σε τίποτα δε θυμίζουν το πρόσφατο παρελθόν της συντηρητικής και επιφυλακτικής πολιτείας απέναντι σε ζητήματα που αυτή συζητά ή επιλύει.

Δεδομένης της φοβίας και της δειλίας που χαρακτηρίζει τον πολιτικό κόσμο και συγκεκριμένα την αξιωματική αντιπολίτευση απέναντι στο ιερό τέρας της αριστεράς, η τελευταία κατάφερε -απουσία αντιπάλου- εντός δύο ετών να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη και να εισάγει ένα νέο πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης στον δημόσιο διάλογο, μακριά από τον τετριμμένο και αδιέξοδο, πολλές φορές, δρόμο της διαμάχης για τα οικονομικά και δημοσιονομικά ζητήματα, αυτό της επιχειρούμενης κοινωνικής αλλαγής με αριστερό πρόσημο.

Σε αυτή την αντιπαράθεση η αριστερά νίκησε κατά κράτος. Η νίκη της αυτή, διευκρινιστικά, δεν σημαίνει απαραιτήτως και νίκη δια της εκλογικής επιβράβευσης ή, ακόμα χειρότερα, υιοθέτησης των προτάσεων της για πλείστα κοινωνικής φύσεως ζητήματα από την πλειοψηφία του ελληνικού λαού, αλλά σίγουρα αποτελεί μια νίκη εντυπώσεων. Αποτέλεσμα αυτής της υπεροχής της αριστεράς στην μάχη για τις εντυπώσεις, η αναπόφευκτη παγιοποίηση της εθνοαποδομητικής της πολιτικής στον δημόσιο διάλογο ως απαραίτητη προϋπόθεση για την πρόοδο της ελληνικής κοινωνίας, εφόσον οι πολιτικοί της αντίπαλοι που επιχειρούν να την αποδομήσουν ιδεολογικά, καταλήγουν να απολογούνται και να αποδομούν τελικά τα ίδια τους τα κόμματα, από ανάγκη να κερδίσουν λίγη από τη δόξα του προοδευτισμού έναντι του συντηρητισμού, έννοια που εκλαμβάνουν ως κοινωνικό και πολιτικό στίγμα.

Επομένως η ευθύνη που αναλογεί στον πολιτικό κόσμο είναι μεγάλη και το μεγαλύτερο μέρος αυτής, δυστυχώς, δεν βαρύνει την αριστερά, αλλά αυτούς που της επέτρεψαν χωρίς την παραμικρή διάθεση αντιπαράθεσης να επιβάλει μια ατζέντα με θέματα που μέχρι πρότινος φάνταζαν από αδιανόητα ως εθνικά επικίνδυνα και παρακμιακά. Πιο απλά, η εξ αρχής αποδοχή των θέσεων της αριστεράς ως υλικό για «γόνιμο διάλογο» αποτελεί μια -σε πρώτη φάση- σιωπηρή αποδοχή αυτών των θέσεων και εν συνεχεία την μεγαλύτερη εγγύηση για την επικύρωση τους μέσα από σύντομες κοινοβουλευτικές διαδικασίες.

Το αποτέλεσμα είναι θεαματικό: η αντιπαράθεση ανάμεσα σε κυβέρνηση και αντιπολίτευση για όλα τα μείζονα ζητήματα δείχνουν την ολοκληρωτική ανυπαρξία αντιλόγου και την δειλία που χαρακτηρίζει τις δυνάμεις εκείνες που υποτίθεται ότι εργάζονται για να αποκαθηλώσουν την αριστερά από την εξουσία. Ο νόμος για το σύμφωνο συμβίωσης των ομοφυλόφιλων, ο νόμος για την απόδοση ιθαγένειας σε λαθρομετανάστες, ο νόμος για την ανέγερση τζαμιού, ο νόμος για την αλλαγή φύλλου από τα 15 έτη, όλα αυτά είναι ζητήματα για τα οποία η αντιπολίτευση έδωσε «μάχες», ανέπτυξε «θέσεις», επιχειρηματολόγησε, διαλέχθηκε και αντιπρότεινε… Καταληκτικά, όμως, το δίλημμα της επιλογής ανάμεσα σε «συντηρητισμό» και «πρόοδο» την ανάγκασε να συναινέσει, να συμφωνήσει με «όρους», να πει ένα μεγάλο «ναι μεν, αλλά»…

Η μεγάλη ευκαιρία που παρουσιάζεται λοιπόν δεν είναι το ποιος θα διαδεχθεί μια κυβέρνηση της αριστεράς που καταρρέει υπό το βάρος της αντι-κοινωνικής της πολιτικής, αλλά για το ποιος θα δώσει ουσιαστικό νόημα στις έννοιες της προόδου και του συντηρητισμού, ή, διαφορετικά, ποιος θα απαλλάξει την έννοια του «συντηρητισμού» από το αρνητικό φορτίο που τη συνοδεύει και θα ερμηνεύσει με ορθό τρόπο τα πολιτιστικά παράγωγα της αριστερής προόδου, που αποτελούν συνώνυμο της παρακμής, της διάλυσης, της ισοπέδωσης και της καταστροφής.

Το ως άνω κενό που περιγράψαμε στην πρώτη παράγραφο είναι η ευκαιρία και η μεγαλύτερη αφορμή για την περαιτέρω οργάνωση της εθνικής αντίστασης, της μοναδικής εγγύησης απέναντι στην απειλή του κομμουνισμού και του φιλελευθερισμού, των δύο διαφορετικών όψεων του ιδίου νομίσματος…