“Σὺ ποῦ σκοτώθης γιὰ τὸ φῶς σήκου νὰ δῇς τὸν ἥλιο,
ξύπνα, νὰ δεὶς τὸ αἷμα σου πῶς ἔγινε βασίλειο”

Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός καλέστηκε σε μια κρίσιμη ιστορική για τον Ελληνισμό της Κύπρου στιγμή, να επιδείξει το μεγαλείο της ψυχής του Έθνους που κληρονόμησε. Το πρόσταγμα ξεκάθαρο: ΛΕΥΤΕΡΙΑ ή ΘΑΝΑΤΟΣ! Και η απάντηση του απόλυτη «παρά το γιαίμαν των πολλών, εν κάλλιο του επισκόπου»!  Και το έπραξε με απαράμιλλη λεβεντιά ξεπερνώντας τα ανθρωπινά όρια του φόβου και της λογικής.

Από νωρίς, επέδειξε την αγάπη για το τόπο του και χαρακτηρίστηκε «φύλακας άγγελος των ομοεθνών του».  Όντας οικονόμος της Αρχιεπισκοπής, το 1804 κατάφερε  να σταματήσουν οι σφαγές των χριστιανών και ενδυνάμωσε τη θέση  του αρχιεπισκόπου.  Επίσης, αφού έγινε Αρχιεπίσκοπος, κάνοντας πράξη τα λόγια του «να διδάσκονται οι παίδες της πολιτείας την πάτριον πίστιν αυτών , το μόνον πολιτιμότατον και αναγκαιότατον», χρηματοδότησε την ίδρυση της Ελληνικής Σχολής (νυν Παγκύπριο Γυμνάσιο). Το 1815 προέβη με σχετική εγκύκλιο στη καταδίκη του Ελευθεροτεκτονισμού, ενώ το 1820 δώρισε 6000 γρόσια για την ανέγερση σχολής στη Λεμεσό. Θεωρούσε αναγκαία τη μόρφωση και τη σωστή εκπαίδευση του λαού για την καλλιέργεια της φιλοπατρίας και την αναζήτηση της πολυπόθητης Λευτεριάς.

Κατά τον ξεσηκωμό των Ελλήνων ενάντια στο βάρβαρο τούρκο, ο Κυπριανός δήλωσε πάλι παρών. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και παρότι η Κύπρος λόγω γεωγραφικής θέσης δεν είχε επίσημα λάβει μέρος στο ξεσηκωμό, πολλοί Φιλικοί συχνά φιλοξενούνταν ως μαθητές στο υπόγειο της Ελληνικής Σχολής της Κύπρου. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ο Κυπριανός βοηθούσε επίσης την Εταιρεία με τρόφιμα και χρήματα προς ενίσχυση του Αγώνα.  Όταν η μητροπολιτική Ελλάδα επαναστατούσε, ο Αρχιεπίσκοπος προσπάθησε να υπερασπιστεί το ποίμνιο του, βεβαιώνοντας τον Τούρκο διοικητή ότι θα αφοπλίζονταν οι Κύπριοι.

Ο Αρχιμανδρίτης Θεοφύλακτος Θησεύς όμως, που διένειμε προκηρύξεις στη Λάρνακα με σκοπό να ξεσηκώσει σε αγώνα τους Έλληνες της Κύπρου, έδωσε την αφορμή στην Υψηλή Πύλη να προχωρήσει σε περαιτέρω αποτροπιασμούς. Ο σουλτάνος επέτρεψε στον Κιουτσούκ να συλλάβει, να δημεύσει την περιουσία και να εκτελέσει αυτούς που συμμετείχαν  στη  υποκίνηση  επαναστατικού ρεύματος.

Στις αναφορές του Γάλλου πρόξενου Μεσαίν, περιγράφονται η ασυδοσία των Τούρκων και οι καθημερινές βιαιοπραγίες τους. Γράφει τον Ιούνιο του 1821: «Η νήσος της Κύπρου… ήσυχος και ειρηνική… εάν την άφηνον ανενόχλητον ευρίσκεται σήμερον εις κυκεώνα από της ημέρας της αφίξεως μεγάλου αριθμού στρατευμάτων […] … ο Μουσελίμης καθίσταται μάλλον και μάλλον θηριώδης. Καθ’ εκάστην ημέραν απαγχονίζει, στραγγαλίζει ή κατακρεουργεί εις Λευκωσίαν δυστυχείς ανθρώπους […]». Από τις περιγραφές αυτές, η σημερινή τρομοκρατία του λεγόμενου Ισλαμικού Χαλιφάτου δεν έχει τίποτα να ζηλέψει. Άξιοι απόγονοι των απολίτιστων που βασάνιζαν τον κόσμο χωρίς έλεος.

Γι’ αυτό και η θυσία του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού καθίσταται στη συλλογική μνήμη του λαού της Κύπρου και του ευρύτερου Ελληνισμού ως πρότυπο ανυπόταχτης εθνικής υπερηφάνειας. Γι’ αυτό και το παράδειγμα του Εθνομάρτυρα Κυπριανού γίνεται πιο επίκαιρο από ποτέ στη σημερινή εποχή αφού και πάλι ο Κυπριακός Ελληνισμός υποδουλωμένο από τον τούρκο εισβολέα και διαφόρους εθνικούς μειοδότες, απειλείται με κυριολεκτικό αφανισμό από την πατρώα εμποτισμένη με αίμα γη.  Η όποια ευφάνταστη λύση τουρκικών προδιαγραφών, που προωθείται διακαώς από ξένα κέντρα και ομοϊδεάτες πολιτικούς στο νησί, προκαλεί τον κάθε πατριώτη με περηφάνια και αξιοπρέπεια να τιμήσει τη μνήμη και τη θυσία της ιεραρχίας εκείνης της εποχής, αντιστεκόμενος σε παράδοση και συμβιβασμό με τους βαρβάρους που κατέσφαξαν γενιές Ελλήνων. Και πάλι τα παρακάτω λόγια του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού μετουσιώνονται σε απάντηση στο κάθε σχέδιο Ανάν και στο κάθε  Έιντε που θεωρεί τα σπίτια μας ακόμα ένα τσιφλίκι προς διαπραγμάτευση:

«Οποίοι είσθε σεις, και τι ζητείτε από τεσσάρων ήδη αιώνων εις τας Ελληνικάς ημών χώρας, ως βδέλλαι εκμυζώντες το αίμα μας, και ως δαίμονες της κολάσεως κατατυραννούντες τα πτωχά σώματά μας»

Εκεί στη συκαμινιά που θυσιάστηκε μαζί με τους άλλους επισκόπους , ο Κυπριανός αντί να εξευτελιστεί και να αποτελέσει παράδειγμα προς αποφυγή, όπως στόχευαν οι δήμιοί του, ενέπνευσε το σκλαβωμένο λαό να πεισμώσει για τη διεκδίκηση της αξιοπρέπειας του. Και αυτό το αξιακό σύστημα δεν θα μπορούσε να αποτυπωθεί καλυτέρα και να επιβιώσει στο χρόνο μέσα από τη ποίηση του Βασίλη Μιχαηλίδη στην «9η Ιουλίου». Το ποίημα αυτό έχει γίνει πια λαϊκό απόκτημα και τραγουδιέται εμφυσώντας με τις λέξεις ανά τους αιώνες τον ηρωισμό του Κυπριανού στη ψυχή του υπόδουλου Έλληνα. Από αυτό το ποίημα ενδυναμώθηκε και το πνεύμα της αγωνιστικότητας και της απόλυτης αυτοθυσίας στο Γρηγόρη Αυξεντίου, όταν υποδύθηκε τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό στην παράσταση της 9ης Ιουλίου στο σχολείο του το 1948.

Ο Β.  Μιχαηλίδης μεταφέρει το μήνυμα ότι η θυσία του Κυπριανού δεν πήγε χαμένη αλλά εμπότισε το δέντρο της Λευτεριάς με το αίμα του για να ευδοκιμήσειΜας διδάσκει ότι μπροστά σε κάθε λογής συμβιβασμό, ο πραγματικός Έλληνας δεν έχει επιλογή: ο αγώνας και η θυσία είναι μονόδρομος! Και η ιστορία της Κύπρου βροντοφωνάζει «ΜΑΝΑ ΕΛΛΑΣ!» Η μοίρα της μεγαλονήσου ήταν και είναι να κοιτά πάντα προς το Παρθενώνα, γινόμενη ένα με τον υπόλοιπο Ελληνισμό. Όσο λυσσαλέα και αν μας πολεμούν οι εσωτερικοί και εξωτερικοί εχθροί μας, η ευλογημένη μας φυλή θα βρίσκει πάντα το δρόμο όχι μόνο προς την επιβίωση της αλλά και προς το μεγαλείο που της αρμόζει:

«Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψη!
Σφάξε μας ούλους τζι’ ας γενή το γαίμαν μας αυλάτζιν,
κάμε τον κόσμον ματζιελλειόν τζιαι τους Ρωμιούς τραούλλια,
αμμά ξέρε πως ίλαντρον όντας κοπή καβάτζιν
τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια.
Το ‘νιν αντάν να τρώ’ την γην τρώει την γην θαρκέται,
μα πάντα τζιείνον τρώεται τζιαι τζιείνον καταλυέται.»

Αλίκη Δημητρίου
Στέλεχος ΕΛΑΜ