Των δύο μεγάλων και κορυφαίων αποστόλων του Χριστού, του Πέτρου και του Παύλου, τη μνήμη εορτάζει σήμερα η Εκκλησία μας.

Προς αυτούς τους δύο μεγάλους άνδρες της θα αποτίσει τον οφειλόμενο φόρο της τιμής και της ευγνωμοσύνης για την ανυπολόγιστα μεγάλη συμβολή τους στο έργο της διαδόσεως της χριστιανικής πίστεως και της εδραιώσεως της Εκκλησίας μας. Στις εικόνες τους ζωγραφίζονται οι δύο απόστολοι να κρατούν την Εκκλησία, που συμβολικά εικονίζεται με ένα μικρό βυζαντινό ναό. Γιατί και οι δύο αυτοί απόστολοι υπήρξαν πράγματι οι στύλοι και οι ακρογωνιαίοι λίθοι, επάνω στους οποίους οικοδομήθηκε το ιερό ίδρυμα της Εκκλησίας του Χριστού.

Οι άλλες εορτές των αποστόλων και η μνήμη του θανάτου τους επισκιάσθηκαν από τη νέα εορτή. Γι’ αυτό και σπάνια θα βρει κανείς ναό τιμώμενο στο όνομα ενός μόνο από τους δυο κορυφαίους και εικόνα που να εικονίζει τον ένα μόνο από αυτούς. Αντιθέτως δεν υπάρχει πόλις ή χωριό που να μη έχει ναό ή παρεκκλήσιο επ’ ονόματι των δύο μεγάλων αποστόλων. Άπειρες είναι οι εικόνες τους. Κοινή η τιμή, κοινή η προσκύνηση, κοινός ο εορτασμός, όπως κοινό ήταν το έργο τους και κοινή η αποστολή τους και κοινή η δόξα τους.

Δεν έχει κανείς παρά να διαβάσει την εποποιία των κορυφαίων, όπως με συγκινητική απλότητα περιγράφεται από τον αυτόπτη και αυτήκοο των περισσοτέρων περιστατικών συγγραφέα των Πράξεων των Αποστόλων, τον Ευαγγελιστή Λουκά. Τις ακούσαμε να διαβάζονται στους ναούς μας κατά την περίοδο του Πεντηκοσταρίου και παρακολουθήσαμε στα αποστολικά αναγνώσματα των Κυριακών από του Πάσχα μέχρι της Πεντηκοστής τα μεγάλα βήματα τους για την κατάκτηση της Οικουμένης. Πώς πήραν τη σημαία του Χριστού, το Σταυρό, και τον περιήγαγαν στα πέρατα του κόσμου μέχρι που τον φύτευσαν στην καρδιά της αυτοκρατορίας, τη Ρώμη. Θα δει στο βιβλίο των Πράξεων τους αγώνες και τα παθήματα τους αλλά και τα περίλαμπρα τρόπαιά τους. Τα ίχνη τους σημειώθηκαν άσβεστα στις καρδιές των πιστών. Κάθε πόλη και χώρα έχει να επιδείξει με ευλάβεια τα σημάδια που άφησαν τα πόδια τους, τα ωραία πόδια «των ευαγγελιζομένων την ειρήνην, των ευαγγελιζομένων τα αγαθά», τη σωτηρία.

Μετά την Ανάληψη του Κυρίου, ο Πέτρος, δίδαξε το Ευαγγέλιο στην Ιουδαία, στην Αντιόχεια, στον Πόντο, στην Γαλατία, στην Καππαδοκία, στην Ασία και τη Βιθυνία. Κατά την παράδοση  έφτασε μέχρι την Ρώμη, όπου επί Νέρωνος (54-68μ.Χ.) υπέστη μαρτυρικό θάνατο, αφού τον σταύρωσαν χιαστί, με το κεφάλι προς τα κάτω περί το έτος 64 μ.Χ.

Και γύρω από αυτά τα ενθυμήματα της διαβάσεως των αποστόλων πανηγύριζαν οι πόλεις και οι χώρες κατά την ημέρα αυτή. Ιδίως ο ελληνικός χώρος είχε να επίδειξει πολλά τέτοια αναμνηστικά σημεία της διαβάσεως του μεγάλου αποστόλου του, του Παύλου. Αλλού έδειχναν και τιμούσαν τη φυλακή, όπως στους Φιλίππους, αλλού το βήμα, όπως στη Βέρροια, αλλού τον τόπο της δίκης, όπως το βήμα του Γαλλίωνος στην Κόρινθο, αλλού το βράχο όπου πάτησαν τα πόδια του και εκήρυξαν το λόγο, όπως στον Άρειο Πάγο στην Αθήνα, αλλού το λιμάνι στο οποίο αποβιβάσθηκε, όπως στους Καλούς λιμένες της Κρήτης και στη Λίνδο. Αλλού συνέδεσαν το πέρασμά του με μύθους και τερατουργίες, όπως στη Μυτιλήνη, όπου έδειχναν τον τόπο όπου φόνευσε διά προσευχής φοβερό δράκοντα.

Ο Απόστολος Παύλος επισκέφτηκε και την Κύπρο το 45 μ.Χ. για να μυήσει τον κυβερνήτη της εποχής στον χριστιανισμό. Οι προσπάθειές του πέτυχαν αλλά μόνο αφού δέθηκε και μαστιγώθηκε σε αυτόν τον, κατά τα άλλα κοινό, πέτρινο όγκο.

Η Στήλη του Αποστόλου Παύλου αποτελεί μία από τις δημοφιλείς στάσεις των προσκυνητών που έρχονται για να δουν τα θρησκευτικά αξιοθέατα αυτού του πρώιμου προπυργίου της χριστιανικής πίστης. Μαστιγώθηκε 40 φορές επειδή κήρυττε τις χριστιανικές διδαχές στο νησί.

 

.   «Γι’ αυτούς λοιπόν τους δύο κορυφαίους αποστόλους τον Πέτρο και τον Παύλο, τι μεγαλύτερο εγκώμιο θα μπορούσε κανείς να επινόησει», παρατηρεί το συναξάριο της ημέρας, «παρά τη μαρτυρία και ανακήρυξη του Κυρίου γι’ αυτούς; Τον μεν ένα τον μακάρισε και πέτρα τον ονόμασε, επάνω στην οποία είπε ότι θα ιδρύσει την Εκκλησία Του. Για τον άλλον δε είπε ότι θα γίνει το σκεύος της εκλογής Του και ότι θα βαστάσει το όνομά Του ενώπιον τυράννων και βασιλέων».

Από το βιβλίο «Λογική Λατρεία»