Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ο ήρωας μαθητής και ποιητής της ΕΟΚΑ, του οποίου η σύντομη αλλά γεμάτη νόημα ζωή του αποτελεί παράδειγμα για κάθε νέο σήμερα. Ο Ευαγόρας από την ηλικία των 15 ετών ανέδειξε την αγωνιστικότητα και το μεγαλείο της Ελληνικής του ψυχής, σκαρφαλώνοντας στον ιστό και σκίζοντας το πανί της σκλαβιάς, κάνοντας την Πάφο την μοναδική πόλη σε ολόκληρη την Βρετανική αποικιοκρατία όπου δεν εορτάστηκε η στέψη της βασίλισσας Ελισάβετ το 1953.

Ο Ευαγόρας εχτός από φλογερός πατριώτης και αγωνιστής ήταν άριστος μαθητής. Σε όλα τα μαθήματα πάντα πρώτος, έδειχνε τον δρόμο της επιτυχίας στους συμμαθητές του. Είχε όμως έφεση στην ποίηση, γράφοντας ατέλειωτα ποιήματα για την Κύπρο και τον πόθο του για απελευθέρωση από τον βρετανικό ζυγό και Ένωση με την Ελλάδα. Την ποίηση αυτή, την έχει αφήσει ως ιερά παρακαταθήκη σε όλους εμάς, τις επόμενες γενεές Ελλήνων στην Κύπρο, μέσα από την οποία αντλούμε δύναμη για αγώνα.

«Για σένα, Κύπρο αθάνατη,
Πατρίδα σκλαβωμένη,
Θα δώσω απ’ το αίμα μου
Κάθε σταλαματιά…

Για να σε δω ελεύθερη
Και χιλιοδοξασμένη
Δε θα διστάσω, Κύπρο μου,
Να πέσω στη φωτιά.»

Ο Παλληκαρίδης σε ηλικία 17 ετών άφησε στην άκρη την μάθηση, εγκαταλείποντας το σχολείο που τόσο αγαπούσε και εντάχθηκε ενεργά στον αγώνα της ΕΟΚΑ. Σε μαθητική διαδήλωση στις 17 Νοεμβρίου του 1955 ο Ευαγόρας συλλαμβάνεται και οδηγείτε στις 6 Δεκεμβρίου στο δικαστήριο με την κατηγορία της οχλαγωγίας. Μια μέρα πριν από την δίκη ο Ευαγόρας δραπετεύει, εγκαταλείπει την οικογένειά του και τους συμμαθητές του, απαρνιέται την καλοπέραση και επιλέγει τον δύσβατο δρόμο της Λευτεριάς. Πριν βγει αντάρτης στα βουνά, μπαίνει κρυφά στο σχολείο και αφήνει ένα γράμμα στην έδρα.

«Παλαιοί συμμαθηταί, Αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας, κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγο ελεύθερο αέρα, κάποιος που μπορεί να μη τον ξαναδείτε παρά μόνο νεκρό. Μην κλάψετε στον τάφο του. Δεν κάνει να τον κλαίτε. Λίγα λουλούδια του Μαγιού σκορπάτε του στον τάφο. Του φτάνει αυτό ΜΟΝΑΧΑ.

Θα πάρω μιαν ανηφοριά θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.
Θ΄ αφήσω αδέλφια συγγενείς, τη μάνα, τον πατέρα
μεσ΄ τα λαγκάδια πέρα και στις βουνοπλαγιές.

Ψάχνοντας για τη Λευτεριά θα ΄χω παρέα μόνη
κατάλευκο το χιόνι, βουνά και ρεματιές.
Τώρα κι αν είναι χειμωνιά, θα ΄ρθει το καλοκαίρι
Τη Λευτεριά να φέρει σε πόλεις και χωριά.

Θα πάρω μιαν ανηφοριά θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.
Τα σκαλοπάτια θ΄ ανεβώ, θα μπω σ΄ ενα παλάτι,
το ξέρω θαν απάτη, δεν θαν αληθινό.

Μεσ΄ το παλάτι θα γυρνώ ώσπου να βρω τον θρόνο,
βασίλισσα μια μόνο να κάθεται σ΄ αυτό.
Κόρη πανώρια θα της πω, άνοιξε τα φτερά σου
και πάρε με κοντά σου, μονάχα αυτό ζητώ.

Γειά σας παλιοί συμμαθηταί. Τα τελευταία λόγια τα γράφω σήμερα για σας. Κι όποιος θελήσει για να βρει ένα χαμένο αδελφό, ένα παλιό του φίλο, ας πάρει μιαν ανηφοριά ας πάρει μονοπάτια να βρει τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά. Με την ελευθερία μαζί, μπορεί να βρει και μένα. Αν ζω, θα μ΄ βρει εκεί.

Ευαγόρας Παλληκαρίδης»

Ως αντάρτης ο Ευαγόρας ζει και εκπαιδεύεται στα βουνά της Πάφου, όπου διακρίνεται για το απαράμιλλο σθένος και την αυτοθυσία που επιδεικνύει. Άξια αναφοράς τα χτυπήματα της αντάρτικης ομάδας του Παλληκαρίδη στο μεταλλείο της Κινούσας και η ανατίναξη του αστυνομικού σταθμού Παναγιάς. Ο Εχθρός άρχισε να παραμιλά από την δράση του Ευαγόρα στην ΕΟΚΑ, η οποία ήταν δυσανάλογη του νεαρού της ηλικίας του.

Στις 18 Δεκεμβρίου του 1956 ο Ευαγόρας συλλαμβάνεται από βρετανική περίπολο μεταφέροντας τρόφιμα και οπλισμό από την Λυσό, στην κατοχή του βρέθηκε ένα οπλοπολυβόλο Μπρεν και 3 γεμάτες γεμιστήρες. Ο Ευαγόρας πριν την δίκη περνά φριχτά και απάνθρωπα βασανιστήρια από τους Άγγλους, οι οποίοι προσπαθούν απεγνωσμένα να αποσπάσουν πληροφορίες, δεν λογάριασαν όμως σωστά την φλόγα της Λευτεριάς που έκαιγε στην ψυχή του Παλληκαρίδη, ο οποίος δεν λύγισε.

Σε μια δίκη παρωδία, όπου η τιμωρία της αγχόνης είχε προαποφαιστεί, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης δεν αφήνει περιθώρια στους δικηγόρους του να τον υπερασπιστούν. Όρθωσε ανάστημα, κοίταξε κατάματα τον Άγγλο δικαστή και είπε: «Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Ό,τι έκαμα το έκαμα ως Έλλην Κύπριος όστις ζητεί την Ελευθερίαν του. Τίποτα άλλο.»

Τις μέρες που ακολούθησαν μέχρι την 13η Μαρτίου ξεκίνησε μια οικουμενική εκστρατεία για να δοθεί χάρη από την βασίλισσα Ελισάβετ στον έφηβο αγωνιστή της Ελευθερίας από δεκάδες προσωπικότητες διεθνούς κύρους, αλλά μάταια.  Η ηθική αυτουργός της στυγνής εκτέλεσης 9 Ελλήνων της Κύπρου στις κεντρικές φυλακές, Ελισάβετ, προσπέρασε ασυγκίνητη όλεςτις προσπάθειες που έγιναν για να την μεταπείσουν.

Ο Ευαγόρας όμως δεν πτοείται, δεν έχει ανάγκη από βασιλικές χάρες, σαν έτοιμος από καιρό, με ατσαλένια πίστη και Ελληνική περηφάνεια βαδίζει στην τελευταία του κατοικία.

Γράφει λίγο πριν την εκτέλεσή του:

«Θ΄ ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου. Ίσως αυτό να ναι το τελευταίο μου γράμμα. Μα πάλι δεν πειράζει. Δεν λυπάμαι για τίποτα. Ας χάσω το κάθε τι. Μια φορά κανείς πεθαίνει. Θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία. Τι σήμερα τι αύριο; Όλοι πεθαίνουν μια μέρα. Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα. Ώρα 7:30. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί».

Λίγα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα της 13ης Μαρτίου, η αγχόνη αγκαλιάζει τον λαιμό το Ευαγόρα, Αυτός όμως δεν λυγίζει, παραμένει ακλόνητος, το βλέμμα του πιο περήφανο από ποτέ, κοιτάζει στα μάτια τον δήμιό του, αγέρωχος ψέλνει τον Εθνικό Ύμνο, η καταπακτή ανοίγει και κλείνοντας τα μάτια του ο Ευαγόρας βλέπει την γαλανόλευκη να σκεπάζει ολόκληρο το νησί.

Αυτός ήταν ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ένας έφηβος που πέρασε στα Ηλύσια Πεδία ψέλνοντας τον Εθνικό Ύμνο, χωρίς να κάνει ούτε βήμα πίσω. Τον Εθνικό Ύμνο, που 60 χρόνια αργότερα, ο πρόεδρος Ανα(ν)στασιάδης θέλει να καταργήσει στον βωμό της «λύσης», στον βωμό των συμβιβασμών και των υποχωρήσεων.

Κάθε Έλληνας Εθνικιστής, κάθε ΕΛΑΜίτης, έχει δώσει ιερό όρκο στην μνήμη του Ευαγόρα, πως δεν θα υποχωρήσουμε σε καμία λύση που θα καταργεί τον Εθνικό Ύμνο, σε καμία λύση που θα ξεπουλά έστω και μια σπιθαμή Ελληνικής γης στον κατακτητή.

Όρκος απαράβατος για κάθε Έλληνα Εθνικιστή αποτελούν οι στίχοι ενός ποιήματος του Ευαγόρα Παλληκαρίδη:
«Μπορεί σε κάποια Μάχη
Γραμμένο η Μοίρα να ‘χει
Να μην Γυρίσουμε

Μα πάμε με Καμάρι
Και λέμε όποιον πάρει
Και θα ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ»