Μεγάλοι Έλληνες Ποιητές: Κώστας Μόντη

Έτος Μνήμης Κώστα Μόντη έχει ανακηρυχθεί το 2014 για την Μεγαλόνησο, ύστερα από απόφαση του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου, με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου Έλληνα Κύπριου ποιητή και τα 10 χρόνια από το θάνατό του. Ο Κώστας Μόντης (18 Φεβρουαρίου 1914 – 1η Μαρτίου 2004) θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, συγγραφείς, μυθιστοριογράφος και συγγραφέας θεατρικών έργων, του 20ου αιώνα. Ήταν αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. 

Πολλά από τα έργα του έχουν μεταφρασθεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ιταλικά, Ολλανδικά, Σουηδικά, Ρωσικά και σε άλλες γλώσσες. Το 1980 τιμήθηκε με τον τίτλο του «δαφνοστεφούς ποιητή» (Poet laureate) από την Παγκόσμια Ακαδημία Τεχνών και Πολιτισμού. Το 1984 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ. Το 1997 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του πανεπιστημίου Κύπρου. Ανάλογη τιμή δέχτηκε από το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 2001.

Η ποίησή του είναι καθαρά ελληνοκεντρική, ενώ ο ίδιος έχει χαρακτηρισθεί ως ένας ακραιφνώς ελληνολάτρης ποιητής με έντονα επαναστατική ποίηση. Χαρακτηριστικό δείγμα της αγάπης του για την ελληνική γλώσσα φαίνεται καθαρά στο ποίημα του «Έλληνες ποιητές»: «Ελάχιστοι μας διαβάζουν, ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας, μένουμε αδικαίωτοι κι αχειροκρότητοι, σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά, όμως αντισταθμίζει που γράφουμε ελληνικά».

Συνέβαλε σημαντικά στον Κυπριακό Απελευθερωτικό Αγώνα (1955-59) συμμετέχοντας ως πολιτικός καθοδηγητής των μελών της ΕΟΚΑ, γι’ αυτό και τα περισσότερα έργα του αναφέρονται στους αγώνες των Κυπρίων για απελευθέρωση από το αποικιακό αγγλικό ζυγό και Ένωση με την Ελλάδα, την πορεία της Κύπρου μετά την Ανεξαρτησία, με σημαντικότερο σταθμό την Τουρκική Εισβολή και την έκτοτε συνεχιζόμενη κατοχή μεγάλου τμήματος της Μεγαλονήσου. 

 

Αδυνατεί να συνηθίσει στην ιδέα ότι η ΕΝΩΣΗ δεν είναι πραγματοποιήσιμος στόχος και γράφει«Και τι θα γίνει τώρα, θα σχίσουμε τα παλιά μας τετράδια που ‘ταν γεμάτα χρωματιστή «Ένωση», θα σχίσουμε τα παλιά μας σχολικά τετράδια που ‘ ταν γεμάτα «Ένωση» διακοσμημένη με γιασεμιά και λεμονανθούς και μαργαρίτες, θα σχίσουμε τα παλιά αναγνωστικά των παιδιών μας με τις ελληνικές σημαίες, θα πετάξουμε τ’ αγαπημένο αναμνηστικό σκουφί του Γυμνασίου με την «Ένωση» στο γείσο, θα πετάξουμε το χάρακά τους και την τσάντα και τη μπάλα και το ποδήλατο που ‘γραφαν «Ένωση»; Αλήθεια, πέστε μου, τι θα γίνει τώρα;» 

Και το καλοκαίρι του ΄74, όταν αντιλαμβάνεται ότι η Κύπρος δεν μπορεί να περιμένει ουσιαστική βοήθεια από την Μάνα Ελλάδα, δεν μεμψιμοιρεί και δεν την καταριέται όπως έκαναν πολλοί άλλοι! Βουτά την πένα του στο αίμα της καρδιάς του και γράφει: «…Την περιμέναμε βουτηγμένοι ως το λαιμό στη θάλασσα της Κερύνειας, συγκρατούσαμε το ξεψύχισμά μας να μας προφτάξει. Φυλλομετρούσαμε την Ιστορία της. Φυλλομετρούσαμε σαν ευαγγέλιο την Ιστορία της -«να εδώ κ’ εδώ κ’ εδώ»- και την περιμέναμε, κι «όχι, δεν μπορεί να μην έρθει», λέγαμε κι «όχι, δεν γίνεται να μην έρθει», λέγαμε κι όπου να’ ναι άκου την με τους Σπαρτιάτες της και τα «Υπό σκιάν» και τα «Μολών λαβέ» και τον «Αέρα», κι όπου να’ ναι άκου την! 

Και πραγματικά μια νύχτα έφτασε το μήνυμα πως η Ελλάδα ήρθε. Τι νύχτα ήταν εκείνη, μητέρα, τι αντίλαλος ήταν εκείνος, τι βουητό ήταν εκείνο που σάρωσε το νησί! Αγκαλιαστήκαμε κλαίγοντας και πηδούσαμε και φιλιόμαστε και νοιώθαμε ρίγη να μας περιλούουν και τα στήθια μας φούσκωναν να διαρραγούν κ’ η καρδιά μας χτυπούσε να της ανοίξουμε να βγει. οι χαροκαμένοι ξέχασαν τα παιδιά τους και τους αδελφούς και τους πατέρες κ’ έκλαιγαν για την Ελλάδα πια…. 

Ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε ως το βυθό ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε πέρα απ’ το βυθό… ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσαν τα μάτια οι Σόλοι και το Κούριο κ’ οι αγχόνες της Λευκωσίας γιατί η Ελλάδα δεν ήρθε, γιατί ήταν ψεύτικο το μήνυμα… γιατί μας είπαν ψέμα οι ουρανοί και ψέμα οι θάλασσες και ψέμα τα χελιδόνια και ψέμα η καρδιά και ψέμα οι Ιστορίες μας, ψέμα, όλα ψέμα. Είχε λέει, άλλη δουλειά η Ελλάδα, κάτι πανηγυρισμούς, κ ήμαστε και μακριά και δεν μπορούσε, λέει, λυπόταν, δεν το περίμενε, ειλικρινά λυπόταν, ειλικρινά λυπόταν πάρα πολύ….. Κ’ οι δάσκαλοί μας έσκυψαν ντροπιασμένοι, και τα «Εγχειρίδια» έσκυψαν ντροπιασμένα κ’ οι δάσκαλοί μας τρέμουν τώρα πια, και τα «Εγχειρίδια» τρέμουν τώρα πια όσο πλησιάζουν τα περί Θερμοπυλών και τα περί Σαλαμίνος… Δεν κάνω ποίηση, μητέρα, έχω αντίγραφα.» 

 

Οι Έλληνες όπου γης, βρίσκουν στους στίχους του συμπυκνωμένη, τη δική τους έκφραση, απέναντι κι ενάντια όσων τους επιβουλεύονται: «Χρόνια σκλαβκιές ατέλειωτες – τομ πάτσον τζιαί τον κλώτσον τους. Εμείς τζιαμαί: Ελιές τζιαί τερατσιές πάνω στον ρότσον τους!».

Ο Κώστας Μόντης, μέσα από την επαναστατική του ποίηση, έρχεται αντιμέτωπος με όλες τις εξουσίες και μέσα από τους στίχους του τις αποδομεί. Για αυτόν το λόγο, η ποίησή του πολλές φορές γίνεται και ειρωνική: «Σκέφτομαι τι κακό όνομα θάχουμε βγάνει στο σύμπαν. Θ’ ακούν «γήινος» και θα κουμπώνονται». 

Τα έργα του οδηγούν τον αναγνώστη σε φιλοσοφικό στοχασμό με απόληξη πάντα την ανθρωπιά. Η ανθρωπιά αυτή είναι και το στοιχείο που κρατά επίκαιρο το έργο του μέχρι και στις ημέρες μας, αφού σε αυτό το πλαίσιο ο ποιητής αναλύει όρους διαχρονικούς που δε θα χαθούν ανά τους αιώνες. Έτσι, ως χαρακτηριστικό παράδειγμα καταπιάνεται με τον όρο «Ζωή» με τους παρακάτω στίχους: «Δεν τη νοιάζει αν μας δυσαρεστεί. Ξέρει πως δεν θα ξανασυναντηθούμε».

Έγραψε και για τους μεγάλους ήρωες μας ο Κώστας Μόντης. Παραθέτουμε ένα μικρό απόσπασμα για τον Γρηγόρη Αυξεντίου στο «ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΔΕΡΦΟ ΜΑΣ («Στιγμές», 1958)»: «…. Να πάρουμε μια σταγόνα απ’ το αίμα σου να καθαρίσουμε το δικό μας, να πάρουμε μια σταγόνα απ’ το αίμα σου να μπολιάσουμε το δικό μας, να πάρουμε μια σταγόνα απ’ το αίμα σου να βάψουμε το δικό μας να μην μπορέσει πια ποτές να το ξεθωριάσει ο φόβος. Να πάρουμε το τελευταίο σου βλέμμα να μας κοιτάζει μην ξεστρατίσουμε, να πάρουμε την τελευταία σου εκπνοή να ‘χουμε οξυγόνο ν’ αναπνέουμε χιλιάδες χρόνια, να πάρουμε τις τελευταίες σου λέξεις να ‘χουμε να τραγουδάμε ανεξάντλητα εμβατήρια για τη λευτεριά…..».

Ένας άλλος μεγάλος Έλληνας, αείμνηστος κι αυτός, ο Μάριος Τόκας, προσωπικός φίλος του ποιητή, μελοποίησε αρκετά από τα έργα του και τα χάρισε να τα τραγουδούν οι αιώνες.. Επαλήθευση στην πράξη, για ό,τι έγραψε ο ίδιος ο Μόντης για τον ποιητή και δι’ εαυτόν: «Ο ποιητής: Δεν πέθανε. Απλώς μετακόμισε στους στίχους του…..».

Υ.Γ.: Τον μεγάλο αυτόν Έλληνα ποιητή τίμησε φέτος και η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης από 8 έως 11 Μαΐου 2014, στο Διεθνές Εκθεσιακό και Συνεδριακό Κέντρο HELEXPO. Δρ. Ντίνος Αυγουστή
Εκπαιδευτικός στο ΤΕΙ Λάρισα
Από το Μονάγρι Λεμεσού
[email protected] infognomonpolitics.blogspot.gr

Περισσότερες πληροφορίες για τον αείμνηστο Κώστα Μόντη στην επίσημη ιστοσελίδα του.

]]>