Βρισκόμαστε στα 1453 στην άλλοτε βασιλεύουσα, στην Κωνσταντινούπολη που ήταν μόνο η σκιά του παλιού της εαυτού. Η κάποτε ένδοξη αυτοκρατορία που έπιανε από την νότια Ιταλία και την βόρεια Αφρική μέχρι τα βάθη της Μικράς Ασίας, τώρα έφτανε μέχρι λίγο έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης.

Από τον Απρίλιο του 1453 ο Μωάμεθ ο Β’ ο πορθητής με 150.000 άνδρες στρατό πολιορκούσε την Κωνσταντινούπολη από στεριά και θάλασσα, σφίγγοντας σαν μια τεράστια θηλιά την άτυχη πόλη, στραγγαλίζοντάς την σιγά-σιγά. Ανάμεσα στους ηρωικούς υπερασπιστές της Πόλης -Έλληνες και Λατίνους- ήταν και ο Θεόφιλος Παλαιολόγος, ξάδελφος του τελευταίου αυτοκράτορα, του Κωνσταντίνου Δραγάτση Παλαιολόγου.

Τα κανόνια των οθωμανών έσπερναν τον θάνατο πάνω στα τείχη της βασιλεύουσας και οι επιθέσεις από τα πολύχρωμα στίφη των τούρκων δεν είχαν τελειωμό. Οι Έλληνες και οι Λατίνοι αγωνίζονταν κοντά δυο μήνες με νύχια και με δόντια για να τους αποκρούσουν. Η μεγάλη βομβάρδα του Ουρβάνου, του Ούγγρου κατασκευαστή κανονιών, γκρέμιζε τα τείχη της Πόλης σαν να ήταν ψεύτικα. Ο Θεόφιλος Παλαιολόγος περιέτρεχε τα τείχη και ενθάρρυνε τους υπερασπιστές τους, πολεμώντας και αυτός στο πλάι τους, απομακρύνοντας από τα τείχη τις τούρκικες επιθέσεις.

Την 29η Μαΐου, την αποφράδα ημέρα για τον Ελληνισμό, η Πόλη ανέπνεε την οσμή του θανάτου. Τα κουφάρια των τούρκων είχαν γεμίσει την περιοχή έξω από τα τείχη, αλλά και από μέσα. Ο ιμάμης καλούσε τους τούρκους και τον πολύχρωμο συρφετό τους στην τελική μάχη εναντίον των απίστων. Οι 5.000 Έλληνες και οι 2.000 Λατίνοι με αρχηγό τον γενναίο Γενουάτη Ιωάννη Ιουστινιάνη ήταν ενωμένοι σαν μια γροθιά. Όταν η πρώτη επίθεση της μέρας ξεκίνησε, οι γενίτσαροι ξεχύθηκαν σαν ορμητικό ποτάμι και έπεσαν πάνω στα τείχη. Την ορμή τους έκοψαν οι χιλιάδες υπερασπιστές της Πόλης. Πάνω στα τείχη της εκτυλίσσονταν σκηνές απερίγραπτης ανδραγαθίας και παλληκαριάς. Ο Θεόφιλος επικεφαλής των στρατιωτών του με το σπαθί στο χέρι ορμούσε εναντίον των εχθρών.

Το αίμα χύνονταν ποτάμι και από τις δυο πλευρές. Οι Έλληνες κατακρήμνιζαν από τα τείχη μαζί με τις σκάλες τους τούρκους. Νέα κύματα τούρκων όμως έκαναν ξανά και ξανά επιθέσεις, ξεκούραστα από την μάχη, ενώ οι Έλληνες δεν είχαν εφεδρείες για να αντικαταστήσουν τους κατάκοπους και πολλές φορές πληγωμένους τους άντρες. Οι υπερασπιστές υποχώρησαν από ένα τμήμα του τείχους, αλλά τότε ο Θεόφιλος δίνοντας θάρρος στους Έλληνες, επιτέθηκε με το άλογό του κατά των τούρκων που είχαν προλάβει να μπουν μέσα. Με το σπαθί του σκότωνε όσους περισσότερους εχθρούς μπορούσε. Οι Έλληνες αναθάρρησαν και εξεδίωξαν τους τούρκους από τα τείχη. Οι καπνοί, οι φωτιές και η δυσωδία από τα πτώματα που σάπιζαν σκέπαζε σαν ένα μαύρο πέπλο ολόκληρη την Κωνσταντινούπολη. Οι τούρκοι έκαναν και δεύτερη αντεπίθεση, αλλά την απέκρουσε και αυτήν με δυσκολία ο Θεόφιλος. Η Πόλη ήταν ακόμη Ελληνική! Βλέποντας τον Θεόφιλο και άλλους στρατιώτες να υπερβάλλουν εαυτόν, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος τους είπε: «Συμπολεμιστές και αδέρφια μου, σας παρακαλώ στο όνομα του Θεού να κρατάτε τη θέση σας με γενναιότητα. Βλέπω ότι το πλήθος των εχθρών άρχισε να κουράζεται και να διασκορπίζεται. Δεν μας χτυπούν πλέον με τάξη και σύστημα. Ελπίζω στο Θεό ότι η νίκη είναι δική μας. Να νοιώθετε λοιπόν χαρά επειδή το στεφάνι της νίκης θα είναι δικό μας τόσο στη γη όσο και στον ουρανό. Ο Θεός βρίσκεται στο πλευρό μας και προκαλεί δειλία στους άπιστους».

Εκείνη την στιγμή ένα βέλος χτύπησε τον Ιουστινιάνη στον μηρό. Αυτός βλέποντας το αίμα έφυγε να πάει στο πλοίο για να διασωθεί, αλλά δεν είπε λέξη στους 700 δικούς του στρατιώτες για να μην χαλάσει την παράταξη. Οι Γενουάτες βλέποντας ότι έλειπε από τα τείχη και νομίζοντας ότι το είχε σκάσει, έφυγαν και αυτοί για τα πλοία.

Οι τούρκοι βλέποντας την αναστάτωση που υπήρχε πάνω στα τείχη, έκαναν την τελική επίθεση. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος βλέποντας τους τούρκους να εφορμούν από πίσω του, έχοντας καταλάβει ένα τμήμα των τειχών, είπε στους συμπολεμιστές του «όποιος θέλει και μπορεί να σώσει τον εαυτό του, ας το κάνει και όποιος είναι έτοιμος να αντικρύσει τον θάνατο ας με ακολουθήσει». Και τότε ο Κωνσταντίνος τσίγκλισε το άλογό του και επιτέθηκε κατά των εχθρών και με το σπαθί στο δεξί του χέρι γκρέμισε πλειάδα τούρκων από τα τείχη. Πριν προλάβει να ολοκληρώσει την φράση του ο Κωνσταντίνος, ο Θεόφιλος με δάκρυα στα μάτια είπε «καλύτερα να πεθάνω παρά να ζήσω» και όρμησε σαν λιοντάρι εναντίον των τούρκων. Τον Θεόφιλο ακολούθησαν και καμια διακοσαριά άνδρες οι οποίοι μπόρεσαν να αποκρούσουν τους τούρκους δυο και τρεις φορές. Η πύλη του Αγίου Ρωμανού, όπως και όλο το μήκος των τειχών είχε μετατραπεί σε ένα απέραντο σφαγείο. Ο Θεόφιλος πάνω στο άλογό του πέρασε στην αθανασία πρώτος από τους μαχητές. Έπεσε από το άλογο με κρότο, καθώς οι τούρκοι όρμησαν πάνω του τρυπώντας κάθε σπιθαμή του κορμιού του. Σε λίγο θα τον ακολουθούσε και ο ξάδερφος του, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Δραγάτσης Παλαιολόγος δεχόμενος ένα χτύπημα στο πρόσωπο και αποκεφαλίστηκε από έναν οθωμανό από πίσω.

Ήταν Τρίτη 29 Μαίου του 1453 στις 14:30 το μεσημέρι όταν καταλήφθηκε από τα βάρβαρα στίφη της Ασίας η Κωνσταντινούπολη. Το τι επακολούθησε της πτώσης δεν μπορεί να το περιγράψει ούτε ο πιο ευφάνταστος μυθιστοριογράφος. Φόνοι, βιασμοί, κάψιμο βιβλίων και οικιών, αρπαγές γυναικών και αγοριών για να «στολίσουν» τα χαρέμια του σουλτάνου. Με λίγα λόγια ένα απερίγραπτο λουτρό αίματος που διήρκεσε μέρες. Η Κωνσταντινούπολη είχε πέσει! Δεν ήταν τώρα παρά ένας σωρός ερειπίων.

Από εκείνη την ημέρα άρχισε μια μακριά και ατελείωτη νύχτα για τον Ελληνισμό που θα κρατούσε 400 χρόνια για μερικές περιοχές και για άλλες ακόμη δεν έχει ξημερώσει.

Αίας ο Τελαμώνιος

]]>