Πρέπει επίσης να υποστηρίξουμε ότι πάνω από την οικονομική σφαίρα είναι ανάγκη να εκδηλώνεται μία τάξη ανώτερων πολιτικών, πνευματικών και ηρωικών αξιών, ένα σύστημα που ούτε θα ξεχωρίζει ούτε θα ανέχεται οικονομικές τάξεις και δεν θα γνωρίζει το διχασμό μεταξύ «καπιταλιστών» και «προλεταρίων». Ένα σύστημα αποκλειστικά με όρους οι οποίοι θα καθορίζουν τα πράγματα που αξίζει να ζήσεις ή να πεθάνεις για αυτά. Επίσης την ανάγκη για αληθινή ιεραρχία και για διαφορετικά αξιώματα, με μια ανώτερη λειτουργία ισχύος στην κορυφή, δηλαδή το imperium.

Αλλά πού διεξάγεται η μάχη σήμερα με αυτούς τους όρους; Το «κοινωνικό ζήτημα» και τα διάφορα «πολιτικά προβλήματα» όλο και περισσότερο χάνουν κάθε ανώτερο νόημα, και καθορίζονται στη βάση των πιο πρωτόγονων όρων της φυσικής ύπαρξης, όρων που κατόπιν αυτονομούνται και απογυμνώνονται από κάθε ανώτερη σημασία. Η ιδέα της δικαιοσύνης μειώνεται σε αυτό ή εκείνο το σύστημα διανομής των οικονομικών αγαθών, η ιδέα του πολιτισμού μετριέται κυρίως από τα προϊόντα και η προσοχή των ανθρώπων εστιάζεται σε θέματα όπως παραγωγή, εργασία, παραγωγικότητα, οικονομικές τάξεις, μισθοί, ιδιωτική ή δημόσια περιουσία, εκμετάλλευση των εργαζομένων και ειδικές διεκδικήσεις ομάδων.

Σύμφωνα με τους υποστηρικτές του καπιταλισμού και του μαρξισμού, οτιδήποτε υπάρχει θεωρείται σαν «κοινωνικός θεσμός» και σαν παράγωγο. Οι υποστηρικτές της ελεύθερης οικονομίας τείνουν να μην είναι τόσο δραστικοί, αν και το κριτήριο και το ενδιαφέρον τους παραμένει πάντα η οικονομία.

Όλα αυτά είναι απόδειξη της αληθινής παθολογίας του πολιτισμού μας. Ο οικονομικός παράγοντας ασκεί μία ύπνωση και μία τυραννία στον σύγχρονο άνθρωπο. Και όπως συχνά συμβαίνει στην ύπνωση, αυτό στο οποίο το μυαλό εστιάζει καθίσταται αληθινό. Ο σύγχρονος άνθρωπος κάνει πραγματικότητα αυτό που κάθε φυσιολογικός και πλήρης πολιτισμός θεωρούσε πάντοτε σαν εκτροπή ή σαν ένα κακό αστείο, δηλαδή ότι η οικονομία και το κοινωνικό πρόβλημα με οικονομικούς όρους είναι το πεπρωμένο μας.

Έτσι με σκοπό να διατυπώσουμε μία νέα αρχή, αυτό που είναι αναγκαίο δεν είναι να αντιπαραθέσουμε μία καινούργια οικονομική φόρμουλα, αλλά να αλλάξουμε ριζικά την νοοτροπία, να απορρίψουμε χωρίς συμβιβασμό τις υλιστικές απόψεις βάσει των οποίων ο οικονομικός παράγοντας θεωρείται απόλυτος.

Αυτό που πρέπει να αμφισβητηθεί δεν είναι η αξία αυτού ή εκείνου του οικονομικού συστήματος, αλλά η αξία της οικονομίας της ίδιας. Έτσι, παρά το γεγονός ότι η αντίθεση μεταξύ καπιταλισμού και μαρξισμού κυριαρχεί στην εποχή μας, πρέπει να θεωρείται σαν μια ψευδοαντίθεση. Στις ελεύθερες οικονομίες όπως και στις μαρξιστικές ο μύθος της παραγωγής και τα παράγωγά της (π.χ. τυποποίηση, μονοπώλια, καρτέλ, τεχνοκρατία) από υποκείμενα στην «ηγεμονία» της οικονομίας εξελίχθηκαν σε πρωτεύοντες παράγοντες στους οποίους στηρίζονται οι υλιστικές συνθήκες της ύπαρξης. Και τα δύο συστήματα θεωρούν σαν «οπισθοδρομικούς» ή «υποανάπτυκτους» εκείνους τους πολιτισμούς που δεν «βασίζονται στην εργασία και την παραγωγή», δηλαδή αυτούς τους πολιτισμούς που,  ευτυχώς για αυτούς, δεν έχουν παγιδευτεί ακόμα στην πυρετώδη βιομηχανική εκμετάλλευση όλων των φυσικών πόρων, την κοινωνική και παραγωγική υποδούλωση όλων των ανθρώπινων δυνατοτήτων και την εξύμνηση των τεχνικών και βιομηχανικών προτύπων.

Με άλλα λόγια, αυτούς τους πολιτισμούς που ακόμη απολαμβάνουν έναν ιδιαίτερο χώρο και μία σχετική ελευθερία. Έτσι η πραγματική αντίθεση δεν είναι μεταξύ καπιταλισμού και μαρξισμού, αλλά με ένα σύστημα στο οποίο η οικονομία υπόκειται σε παράγοντες πάνω από την ίδια, μέσα σε μια ευρύτερη  και πιο ολοκληρωμένη τάξη, τέτοια που να παρέχει ένα πιο βαθύ νόημα στην ανθρώπινη ζωή και να ευνοεί την ανάπτυξη των ανώτερων δυνατοτήτων της. Αυτή είναι η πρόταση για μία αληθινά παλινορθωτική αντίδραση, πέρα από «Αριστερά» και «Δεξιά», πέρα από τις καπιταλιστικές καταχρήσεις και την μαρξιστική ανατροπή. Οι αναγκαίες συνθήκες είναι, μία εσωτερική αποτοξίνωση, μία επιστροφή στην κανονικότητα («κανονικότητα» με την ανώτερη έννοιά της) και μια ανανεωμένη ικανότητα στην διάκριση ευτελών και ανώτερων ενδιαφερόντων. Καμία εξωτερική επέμβαση δεν μπορεί να βοηθήσει. Κάθε εξωτερική δράση στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να συνοδεύει αυτή την διαδικασία.

Με σκοπό να επιλύσουμε το πρόβλημα, είναι ανάγκη πρώτα από όλα, να απορρίψουμε την «ουδέτερη» ερμηνεία του οικονομικού φαινόμενου που αρμόζει στην αποκλίνουσα κοινωνιολογία. Η καθ’ αυτό οικονομική ζωή έχει σώμα και ψυχή και εσωτερικοί ηθικοί παράγοντες έχουν καθορίσει πάντοτε το νόημα και το πνεύμα της. Αυτό το πνεύμα, όπως ξεκάθαρα έχει δείξει ο Σόμπαρτ, πρέπει να διαφοροποιείται από τις διάφορες μορφές παραγωγής, διανομής και οργάνωσης οικονομικών αγαθών, μπορεί δε να ποικίλλει εξαρτώμενο από ατομικές περιπτώσεις και να δίνει στον οικονομικό παράγοντα ένα τελείως διαφορετικό πλαίσιο και νόημα.

Ο απόλυτα homo economicus είναι ένα αποκύημα ή το υποπροϊόν μίας ολοφάνερα εκφυλιστικής εξειδίκευσης. Έτσι σε κάθε κανονικό πολιτισμό ένας απόλυτα οικονομικός άνθρωπος, δηλαδή κάποιος που βλέπει την οικονομία όχι ως σύστημα μέσων αλλά αντιθέτως σαν σύστημα σκοπών στους οποίους αφιερώνει τις κύριες δραστηριότητές του, θεωρείτο πάντοτε δικαίως σαν άνθρωπος χαμηλότερης προέλευσης, χαμηλότερης από πνευματικής άποψης και επιπλέον από κοινωνικής ή πολιτικής. Κατ’ ουσία, είναι αναγκαίο να επιστρέψουμε στην κανονικότητα, να επανακτήσουμε τη φυσική εξάρτηση του οικονομικού παράγοντα από εσωτερικούς, ηθικούς συντελεστές και να επενεργήσουμε πάνω τους.

ΠΗΓΗ

]]>