Η αποκάλυψη χθες το βράδυ του defencenet.gr (διαβάστε σχετικά εδώ) ότι το πρώτο αεροσκάφος έγκαιρης προειδοποίησης και ελέγχου 737 AEW&C παραδόθηκε από την Boeing στην τουρκική Αεροπορία έχει ξεχωριστή, κομβική θα λέγαμε, σημασία στην διαμόρφωση του ισοζυγίου ισχύος στο Αιγαίο και στην Αν.Μεσόγειο.

Από την ημέρα που θα καταστεί πλήρως επιχειρησιακό το αεροσκάφος και ενταχθεί στο πρόγραμμα πτήσεων της τουρκικής Αεροπορίας Υπολογίζεται ότι αυτό θα γίνει κάποια στιγμή εντός του έτους, πλέον η υπόθεση «έλεγχος του εναέριου χώρου του Αιγαίου και της ανατολικής Μεσογείου» θα διαχωρίζεται σε πριν και μετά την έλευση του 737 MESA.

Υπολείπεται ακόμη η παράδοση 3 αεροσκαφών.

Μέχρι τα μέσα του 2015 θα έχουν παραδοθεί και τα άλλα υπόλοιπα και βέβαια η τουρκική Αεροπορία θα έχει πλέον την απόλυτη δυάδα πολλαπλασιαστών ισχύος σε υπηρεσία: Αεροσκάφη εναέριου ανεφοδιασμού και αεροσκάδη έγκαιρης προειδοποίησης, ελέγχου και συντοισμού αεράμυνας.

Κάτι που η ΠΑ έχει μόνο σε ότι αφορά το δεύτερο σκέλος, αλλά και πάλι τα πράγματα δεν είναι και τόσο απλά σε ότι αφορά το MESA. Το B737 ΜΕSΑ, δεν είναι ένα απλό αεροσκάφος ΑΣΕΠΕ.

Eίναι το πρώτο δυτικό αεροσκάφος το οποίο έχει την ταυτόχρονη δυνατοτήτα να εξαπολύει ηλεκτρονικό πόλεμο με πανίσχυρους πομπούς από τις ίδιες κεραίες και λοβούς οι οποίοι εκτελούν διαμορφώσεις C3!

Θα έχει την δυνατότητα να ηυποκλέπτει το σύνολο των ηλεκτρονικά μεταδιδόμενων φωνητικών ή ψηφιακών πληροφοριών και εν συνεχεία ανάλυσής τους και αυτό δεν αφορά βέβαια μόνο τις στρατιωτικές πληροφορίες, αλλά και τις πολιτικές που θεωρούν αξιοποιήσιμες. Με αυτό τον τρόπο το σύνολο του ελληνικού πληθυσμού αποκτά έναν «μεγάλο αδελφό» στην άλλη πλευρά του Αιγαίου που θα μπορεί να παρακολουθεί όλες τις φωνητικές ή ψηφιακές μεταδιδόμενες πληρφορίες.

Και αυτό το σύστημα από τις επόμενες εβδομάδες θα αποτελεί τον κορυφαίο πονοκέφαλο της ελληνικής Αεροπορία και γενικότερα του ελληνικού δικτύου αεράμυνας. 

Μαζί με τα αεροσκάφη ιπολέμου και ναυτικής συνεργασίας CN-235M και τα ATR-72 δημιουργούν μια πανίσχυρη εναέρια ηλεκτρονική εναέρια τριάδα, την κορυφαία σε δυνατότητες εντός ΝΑΤΟ, πλην ΗΠΑ και πλέον τα ερωτήματα είναι αμείλικτα για την ελληνική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία.

Το MESA δεν μπορεί να εντοπιστεί από την εληνική αεράμυνα, ας μην βαυκαλιζόμαστε.

AEW&C στον δυτικό κόσμο με ραντάρ ικανό να εκτελεί ταυτόχρόνως έρευνα και ηλεκτρονικό πόλεμο κατά το πρότυπο των ρωσικών ραντάρ «L» Band του Su-35, μία από τις αιτίες που το πρόγραμμα παρουσίασε επταετή καθυστέρηση στην ανάπτυξή του λόγω των εξαιρετικά προηγμενων τεχνολογιών που εφαρμόστηκαν.

Η δυνατότητά του να εκτελεί την αποστολή του μέχρι και 400 χλμ. (έγκαιρη προειδοποίηση, διοίκηση, ελέγχου και ηλεκτρονικό πολέμο) το καθιστά ότι πιο προηγμένο υπάρχει στις Αεροπορίες τουλάχιστον της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής με συστήματα πολύ πιο εξελιγμένα από τα ΝΑΤΟϊκα E-3 AWACS

Η εφαρμογή εξαιρετικά προηγμένων συστημάτων ήταν και η αιτία που καθυστέρησε το πρόγραμμα επτά χρόνια κυρίως λόγω των προβλημάτων του ραντάρ Διάταξης Ηλεκτρονικής Σάρωσης Πολλαπλού ρόλου (MESA) της Northrop Grumman, τα οποία για να επιτύχουν ακριβώς αυτό που προναφέραμε (έρευνα και ηλεκτρονικός πόλεμος από την ίδια κεραία) πέρασε από «χίλια μύρια κύματα»

Εκπρόσωπος της Boeing ανέφερε πως το πρόβλημα εντοπιζόταν στο υλικό, στο λογισμικό και στην ολοκλήρωση του συστήματος αποστολής, ιδιαίτερα μάλιστα στους υπολογισμούς πραγματικού χρόνου βαθμονόμησης του ραντάρ MESA και στην προσαρμογή της ικανότητας εντοπισμού στόχων. 

Πρώτος πελάτης ήταν η Αυστραλία με το πρόγραμμα Wedgetail αξίας $1,88 δισ., ενώ ακολούθησε η σύμβαση FMS ύψους $1.071,5 εκατ. της τουρκικής Αεροπορίας για 4 αεροσκάφη.

Εξαιτίας της καθυστέρησης παραδόσεων των δύο προγραμμάτων, η Boeing προέβλεψε αποζημιώσεις ύψους $496 εκατ. στα αποτελέσματα δεύτερου τριμήνου του 2006. Ακολούθησε στις 27 Νοεμβρίου 2006 σύμβαση ύψους $1,59 δισ. για 4 αεροσκάφη της Νότιας Κορέας.

Σχετικά με το τουρκικό πρόγραμμα, υπενθυμίζεται πως σε συνέντευξη Τύπου στις 21 Μαΐου 2007 στην Άγκυρα στελέχη της ΤΑΙ δήλωσαν πως η παράδοση του αρχικού αεροσκάφους δεν αναμένεται προ του 2010.

Το συγκεκριμένο εναέριο σύστημα, αλλάζει πολλά δεδομένα σε ολόκληρο το μέτωπο από τον Έβρο μέχρι τις ακτές του Ισραήλ και δεν έχει καμία σχέση από άποψη δυνατοτήτων με το ΑΣΕΠΕ Erieye, το οποίο βέβαια έχει πολύ υψηλές δυνατότητες, όπως έδειξε και στο πόλεμο της Λιβύης σε αποστολές έρευνας, ελέγχου και εντοπισμού στόχων, αλλά δεν έχει την επιθετική διάσταση που έχει το ραντάρ Ηλεκτρονικής Σάρωσης Πολλαπλού ρόλου (MESA) της Northrop Grumman.

Η επίσημη τελετή αποδοχής του αεροσκάφους θα πραγματοποιηθεί στις 21 Φεβρουαρίου στην 3ηΑεροπορική Βάση στο Ικόνιο.

Τα παραπάνω σε συνδυασμό με το ότι ανακοινώθηκε ότι τα δύο πρώτα μαχητικά αεροσκάφη της η τουρκική Αεροπορία τα παραλαμβάνει σε 55 μήνες από σήμερα και η πρώτη Μοίρα θα είναι επιχειρησιακή το 2020 είναι γεγονότα που πρακτικά σημαίνουν ότι μπαίνει στο μουσείο το σύνολο του ελληνικού επίγειου συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης με μεγάλα ερωτηματικά να δημιουργούνται ακόμα και για τις δυνατότητες εντοπισμού των F-35 από τα ΑΣΕΠΕ ΕΜΠ-145 Εrieye.

Έτσι ή αλλιώς είναι βέβαιο ότι τα F-35 ως μαχητικά πρώτου πλήγματος θα επιχειρήσουν νύκτα, είτε κατά της Ελλάδος είτε κατά της Κύπρου και κανείς ή σχεδόν κανείς δεν θα μπορέσει να τα εντοπίσει με το υπάρχουν δίκτυο αεράμυνας σε αποστολές κρούσης.

Σε δεύτερη φάση με πλήρως κατεστραμμένο το επίγειο δίκτυο αεράμυνας από το πρώτο κύμα των F-35 θα ακολουθήσουν οι μάζες των F-16 για να αποτελειώσουν ότι ξεκίνησαν τα F-35. Σε περίπτωση που μέχρι το 2016 έχει πιστοποιηθεί στο F-35 και το βλήμα αέρος-αέρος Μeteor, τότε πρακτικά είναι αδύνατον να επιρκατήσουν σε BVR αερομαχία τα ελληνικά μαχητικά.

Με τι θα αντιμετωπίσουμε αυτά τα δύο συστήματα ή για να το πούμε αλλιώς, με τι θα αποτρέψουμε την απειλή;

Η  Boeing ολοκλήρωσε την πρώτη φάση του MESA το 2006, Μέσω του προγράμματος Peace Eagle και των βιομηχανικών προγραμμάτων που σχετίζονται με το πρόγραμμα Peace Eagle, η Boeing απασχολεί άμεσα στην Τουρκία 1000 άτομα ενώ μέχρι το 2013 οι βιομηχανικές εργασίες που θα έχουν ανατεθεί στην Τουρκία από την εταιρεία θα φτάνουν τα 1,2 δις δολάρια.

ΠΗΓΗ

]]>