Έθνος και  Λαϊκή Κοινότητα

Ο Γιόχαν Γκότφριντ Χέρντερ (1744 – 1803) ήταν θεολόγος, ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας, αλλά και ένας από τους μεγαλύτερους Γερμανούς φιλοσόφους που ανέδειξε το ρεύμα του Αντι – Διαφωτισμού. Βασικός εκπρόσωπος του πνευματικού κινήματος του Ρομαντισμού, και συγκεκριμένα του Ρομαντικού Εθνικισμού, έγραφε ότι: «Υπάρχει μόνο μια τάξη στο κράτος και αυτή είναι ο Λαός, στον οποίο ανήκουν τόσο ο βασιλιάς, όσο και ο αγρότης».

Στο μνημειώδες έργο του «Ιδέες για τη φιλοσοφία της Ιστορίας και της Ανθρωπότητας», υποστήριξε ότι τελικός σκοπός της ανθρωπότητας είναι η ανύψωση της από ένα χαμηλό βιολογικό επίπεδο προς έναν ανώτερο ανθρωπισμό. Η ανθρώπινη φύση, όμως, δεν είναι ομοιόμορφη, καθώς ποικίλλει ανάλογα με την εκάστοτε ανθρώπινη φυλή. Έτσι, υποστήριζε ότι για να γίνει κατανοητή αυτή η πορεία προς τον ανθρωπισμό, δηλαδή την Ιστορία, οφείλουμε να αποκαλύψουμε το λαϊκό πνεύμα που ενυπάρχει σε κάθε λαό.

Θεμελιώδης σκέψη του ήταν ότι η ανθρώπινη ύπαρξη κάνει αισθητή την παρουσία της καθ’ όλη την διάρκεια της ιστορικής εξέλιξης με μορφές κοινού, ομαδικού βίου. Εντός αυτής της κοινοτικότητας ή ομαδικότητας καλείται να δημιουργεί, να διεκδικεί την ευτυχία της, να υπερασπίζεται την μοναδικότητα της, αλλά και να κατακτά την ελευθερία της. Σε αυτές, λοιπόν, τις εξ αντικειμένου αναγκαίες μορφές κοινού βίου, συγκαταλέγεται και η μορφή του Έθνους.

Σύμφωνα με τον Γερμανό φιλόσοφο, το Έθνος ιστορικά καταξιώνεται ως η πιο έγκυρη και ανθεκτική μορφή κοινοτικού βίου, ως ένα ιδιαίτερο είδος λαϊκής κοινότητας με τις δικές της πολιτισμικές παραδόσεις και με διασφαλισμένες τις δυνατότητες για ελεύθερη ανταλλαγή απόψεων με άλλες παρόμοιες κοινότητες. Η οντολογική υφή μιας τέτοιας κοινότητας παραπέμπει στην έννοια της πατρίδας και στην κοινή γλώσσα, η οποία με την εσωτερική της δυναμική καθιστά τη γενέθλια γη, ως εστία φανέρωσης της ζωής.

Ωστόσο, αποφαινόταν ότι στην εποχή της αστικής κυριαρχίας, όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα, ο κοινοτικός βίος και η λαϊκή κοινότητα μετατρέπονται σε ένα είδος κοινωνικού συναγελασμού, ενώ το Έθνος ταυτίζεται με το κράτος ως μηχανή καταστολής. Έτσι, η αστική κοινωνία εκφυλίζεται περαιτέρω σε μια μαζική κοινωνία αγελαίων σχέσεων και συμπεριφορών, με μοναδικό συνεκτικό στοιχείο τον υπολογιστικό προγραμματισμό και την απρόσωπη – άτεγκτη οργάνωση της παραγωγής. Χαρακτηριστική άποψη του Χέρντερ ήταν πως, κατά συνέπεια, όλα τα ανθρώπινα όντα εντός μιας κοινωνίας με τα χαρακτηριστικά αυτά μοιάζουν να έχουν «καταψυχθεί». Επίσης, υποστήριζε ότι σε μια συνάφεια σαν και αυτή, το έθνος – κράτος ομοιάζει με εξουσιαστική αρχή,  συγκεντρώνοντας όλα τα στοιχεία ενός αντιπατριωτικού και αντεθνικού κρατικού μορφώματος, όπου τερατώδεις ηγετικές ομάδες στην κορυφή του επιδίδονται στην δόλια εκμετάλλευση του κόπου του άλλου, ενώ ως «πολιτική μούσα» τους αναδεικνύεται ο δεσποτισμός.

Αυτός, ακριβώς, ο δεσποτισμός αντιπροσωπεύει την ωμή και δικτατορική διακυβέρνηση, η οποία εργάζεται μανιωδώς για μια άκρως παθολογική και ψυχαναγκαστική σύμμειξη εθνικών πολιτισμών. Μια σύμμειξη που  εκριζώνει τους λαούς από τις εθνικές τους εστίες και παραδόσεις, πολτοποιώντας παράλληλα τις ευαίσθητες γραμμές κάθε αυθύπαρκτου πολιτισμού, υπό ένα αφηρημένο, γενικό, επιτηδευμένο σχηματισμό. Πρόκειται για την σύγχρονη μάστιγα που ισοπεδώνει λαούς και έθνη στο όνομα της προοδευτικότητας, την «περίφημη» παγκοσμιοποίηση.

Όπως διαπιστώνουμε, ο Χέρντερ ήταν άκρως προφητικός από την εποχή του ήδη, καθώς με τη φιλοσοφική του σκέψη είχε προβλέψει τον σύγχρονο εξανδραποδισμό των λαών. Σήμερα οι μαζικές μεταναστεύσεις των λαών παρουσιάζονται ως λύτρωση από διάφορα εθνομηδενιστικά μορφώματα, ενώ ταυτόχρονα τέτοιοι ξεριζωμοί αποτιμώνται από τους ίδιους ως «δημιουργικά φαινόμενα μιας νέας τάξης πραγμάτων», όπου το έθνος δεν έχει καμιά θέση ενώπιον της αποκαλούμενης «ευρωπαϊκής συνεννόησης». Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ διαφορετική, καθώς οδηγούν στον αφανισμό ολόκληρους πολιτισμούς και λαούς, εκτελώντας ένα σχέδιο σταδιακής γενοκτονίας.

Για τον Χέρντερ η κατεύθυνση αυτή, εκτός του ξεκάθαρου εθνοπροδοτικού της χαρακτήρα, είναι εξ υπαρχής αποτυχημένη, καθώς βασίζεται στην εξωτερική επιβολή και την υπολογιστική ταξινόμηση, παράγοντες που αποτρέπουν αναγκαστικά τη βαθιά γνωριμία με τον ένα ή τον άλλο πολιτισμό. Αυτή η κατάσταση είναι πλήρως αντιπροσωπευτική της σύγχρονης εποχής και της κατάστασης που βιώνει η πατρίδα μας, με πλήθος αδίστακτων ολετήρων που προσποιούνται τους εθνοπατέρες, να αντιποιούνται την Αρχή του Έθνους, οδηγώντας έναν ιστορικό και ένδοξο λαό στο βάραθρο της μαζοποίησης και της πολιτισμικής ισοπέδωσης.

Σε αντίθεση, ο μεγάλος γερμανός φιλόσοφος έβλεπε τον οργανικό χαρακτήρα των κοινωνιών, ενώ υποστήριζε ότι η γεωγραφία ήταν εκείνη που διαμόρφωσε τη φυσική οικονομία των λαών και μορφοποίησε τα έθιμα και την κοινωνία, σύμφωνα με την κατεύθυνση ότι τους ευνοεί το φυσικό τους περιβάλλον. Πάγια άποψη του ήταν ότι η ταυτότητα του ανθρώπου διαμορφώνεται από τους πανάρχαιους προγονικούς δεσμούς που ενώνουν σε ένα αδιάσπαστο συνεχές το παρελθόν, με το παρόν και το μέλλον του, από την σύνδεση του με το ιστορικό του πεπρωμένο, την ιστορική του μνήμη, την κληρονομημένη κουλτούρα και πολιτισμό του, αλλά και τη γη του, την ποτισμένη με το αίμα των προγόνων του.

Όπως υποστήριξαν και άλλοι εκπρόσωποι του Ρομαντικού Εθνικισμού, τα γνήσια και πραγματικά φυσικά σύνορα των κρατών είναι αναμφίβολα τα εσωτερικά τους σύνορα. Αυτοί που μιλούν την ίδια γλώσσα ενώνονται μεταξύ τους με ένα πλήθος αόρατων δεσμών από την ίδια τη φύση, ενώ  κατανοούν ο ένας τον άλλο συμμετέχοντας από κοινού σε μια αδιάσπαστη ολότητα, που δεν είναι άλλη από το Έθνος.

ΠΗΓΗ

]]>